Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

« Melo-μακάρονα » (Black)


είχε μεράκι του παλιό, σαν θα πεθάνει κάποτε
όρθιο να τον θάψουν
το`λεγε σ`όλο το χωριό και στην αγάπη, την Φιλιώ
που την ιδέα του`βαλε πιο καλά να τον κάψουν

την είχε γκόμενα που λες, σαν χήρεψε απ`τον Χέρκουλες
γιατί ήτανε τριζάτη
πρώτη που φόρεσε φουρό, πρώτη να σέρνει το χορό
μα και στα άλλα κόλπα της, πρώτη και αστεράτη

περνούσανε πολλές βραδιές κεράκια καίγοντας στιγμές
και παλιοαναμνήσεις
Καρέλια κάπνιζαν κι οι δυο, πίναν κονιάκ απ`το φτηνό
και ύστερα επιδίδονταν σε ακριβείας ασκήσεις

πέθανε πρώτος ο Μαθιός, την διαθήκη του ορθώς
έπιασε να εκτελέσει
τον έκαψε αυθημερόν, αφού πρώτα τον θρήνησε
και βάλθηκε την στάχτη του, σε κιούπι να χωρέσει

μόλις θα έμπαινες λοιπόν, πάνω στο σκρίνιο των ετών
θα έβλεπες το «βάζο»
κι όσο το κοίταγε η Φιλιώ, έβλεπε τ`όνειρο πεζό
τον άνδρα που καμάρωνε, παρέα μ`ένα λάζο

έτσι αποφάσισε καθώς, έφτασε ήδη ο καιρός
να κάνει τα σαράντα
έξω από κόλλυβα, γλυκό, να φάει όλο το χωριό
να συγχωρέσει με καφέ, τον άρχοντα τον άντρα

μοιρολογάει η Φιλιώ, δεν έχω κόρη ούτε γιο
τονέ Μαθιό καμάρωνα
πιάνει αλισίβα στο λεπτό, για να χορτάσει ένα χωριό
και με την στάχτη του νεκρού, φτιάχνει μελομακάρονα..


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου