Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

" κ α ρ ύ δ ι α "

" κ α ρ ύ δ ι α "

τσακίζω τα χρόνια μου σαν τα καρύδια
δεν έχω δικαίωμα επιλογής
αν είναι γερά ή μια απ`τα ίδια
αν βγήκανε πρώτα ή διαλογής

καρύδια η ζωή μας, λειψά ή γεμάτα,
οι ώρες καγχάζουν που έμεινα μόνη
μια μέρα χρονιάρα, βρε δεν με παράτα,
βιβλίο ο χρόνος και δεν τελειώνει

που πήγε το πάθος, η φλόγα στο μάτι ;
το φλερτ το γατίσιο, τα φρέσκα αγόρια
σε λίγο ζυγώνει midnight και κάτι
και πρώτη του χρόνου σφυράν τα βαπόρια

κι εγώ θα τσακίζω τις ώρες μονάχη
θα πίνω, θα κλαίω, θα κάνω ό τι λάχει
κι εσύ θα το μάθεις, μπορεί τελευταίος

πως μόνος πεθαίνει, ο κάθε "ωραίος"


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

« με σεβασμό »

« με σεβασμό »

γι αυτούς που ζουν στα ξένα
που βρέθηκαν εκεί
αν θες από την μοίρα
ή από επιλογή
πάντα μια καλή κουβέντα
έχω να πω

γι αυτούς που`χουν χορτάσει
το ξένο το ψωμί
και έχουν ξεδιψάσει
σε μακρινή πηγή
πάντα ο λόγος μου καλός
θε να`ναι

γι αυτούς που την πατρίδα
τη νιώθουν ιερή
και έχουν μια ρυτίδα
βαθιά μέσ`την ψυχή
πάντα η σκέψη μου πετά
μα δεν τους φτάνει

αυτούς που οικογένειες
στήσαν με ιδρώτα κι αίμα
και κάψαν τις ζωές τους
εκεί μακριά στα ξένα
πάντα θα ονοματίζω
στα ταπεινά τραγούδια μου

"να`ναι γεροί, να`ναι καλά

κι ας μη γυρίσουν"..


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

« γ ε λ α σ μ έ ν η »


« γ ε λ α σ μ έ ν η »

πόσο θέλεις να με αγγίξεις
είμαι βέβαιη πως θέλεις να με αγγίξεις
τρέμεις μέσα σου στην σιγουριά της επιθυμίας
την φοβάσαι..
μα δεν μπορείς ούτε καν να με πλησιάσεις
είμαστε τόσο μακριά, παντού
στα χρόνια
στα χιόνια
στον δρόμο
στα χιλιόμετρα

κι όμως το αισθάνομαι
πως θέλεις έστω για μια φορά
μοναδική, να με αγγίξεις

δεν ξέρω αν είναι πόθος
ή αναγνώριση

κάτι σαν του τυφλού το ψηλάφισμα
που ψάχνει να βρει την βολή του

κάπως έτσι με ζητάς
μια απλή αναγνώριση δια της αφής
μια χειραψία, έστω μόνο μια χειραψία

αγαπημένε μου
πάντα θα είσαι ο αγαπημένος μου

αυτός που χρωμάτισε
τα μεσήλικα μου παραμύθια
αυτός που είναι όλα μου τα ποιήματα μαζί

μια φιγούρα
μια φωτογραφία
ένα λάθος
μια άρνηση

μια χαμένη άνοιξη

στον χειμώνα της ζωής μου..


« α ν α σ φ ά λ ε ι ε ς »

« α ν α σ φ ά λ ε ι ε ς »

μουσκεμένες ανασφάλειες, με πρόσωπα παιδικά
χορεύουν στην βροχή και χαίρονται την ελευθερία τους

κακεντρεχείς ανασφάλειες κλείνουν μάτι στην σιγουριά
υπενθυμίζοντας της, πως πρέπει να παίζει καλά τον ρόλο της

ματαιόδοξες ανασφάλειες πίνουν καφεδάκια αραχτές
και συζητούν με υπερφίαλο στυλ, για μανικιούρ και μόδα

κι εσύ, που είσαι μια ασφαλής ανασφάλεια, μένεις σπίτι

μια και δεν σε παίζουν.. οι φιλενάδες σου..


Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

« β ρ α σ μ ό ς »

« β ρ α σ μ ό ς »

βρε δε με παρατάτε, εκεί όπου πατάτε
συνήθισα να ζω
να ζω και να παλεύω με σταθερά πιστεύω
κι εμένα για Θεό

να στύβω και την πέτρα, αν θες κάτσε και μέτρα
δεν βγαίνουν τα κουκιά
ο χρόνος είναι χρήμα κι η αρετή στο μνήμα
θα μπει γιατί είν`κακιά

θρησκεία και πατρίδα μαζί και η ελπίδα
στην τούρτα για κεράσι
μπουκώθηκα, ωστόσο, θα φάω για να νιώσω

πως σκάζουνε στη βράση..


Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

« α ν ά γ κ η »

« α ν ά γ κ η »

φίλε, λίγο πριν οι δυο μας χωριστούμε
κέρασε με αν το θες, ένα τσιγάρο
ήσουν μόνος και γραφτό ήταν να βρεθούμε
μέσ`το σώμα σου για λίγο να σαλπάρω

σήμερα όμως μολογώ πως ήμουν κάπως
και γουστάρισα ν`αράξω την ψυχή μου
όταν έπαιρνες με βία, ίδιος βράχος
-ξεπουλώντας για τριάντα- το κορμί μου

η αλμύρα του ιδρώτα σου με καίει
γιατί βιάζεσαι να φύγεις ; είμαι μόνη
κάπου οι άνθρωποι αγγίζουν την αλήθεια
κι η δική μου η αλήθεια, γράφει πόρνη

μα απόψε, είμαι άνθρωπος για λίγο
κέρασε με μια κουβέντα σου πριν φύγεις
και στου λαίμαργου καπνού τα δαχτυλίδια

ό τι έζησες μαζί μου, αν θες, το πνίγεις..


Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

« π α ρ ά π ο ν ο »

« π α ρ ά π ο ν ο »

με καθρέφτη μια ρυτίδα
κι ένα όνειρο πυξίδα
σε ζωγράφισα
κι όπως σκούριασε η μνήμη
πήρα όλη την ευθύνη
και γονάτισα

στοιχημάτισα με μένα
και ατέλειωτα για σένα
έγραφα γράμματα
πήρα κόλαση μαζί μου
και με ψέμα τη ζωή μου
την χρωμάτισα

μ`απαρνήθηκε το στόμα
ζητιανεύω το ακόμα
μα νικήθηκα
την απόρριψη γλεντάω
και την πίκρα σου ρουφάω
παραιτήθηκα

και με πιάνει και την πιάνει
την καινούργια μου ρυτίδα
το παράπονο
και το δάκρυ ψηλαφίζω
και με δάκρυ ζωγραφίζω

βλέμμα άπονο..


Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

« Παιδιά μου »

« Παιδιά μου »
........
κι εσείς να διαδηλώνετε για τα ιδανικά σας
πουλάκια όπου νοιώθετε λεύτερα στα κλουβιά σας
κανένας δεν σας ρώτησε ποιο διεκδικείτε δίκιο
για ποιο όνειρο καίγεστε μ`αντίλογο αντρίκιο

είστε επομένως έρημα στον κόσμο μόνοι κούκοι
χαμένα μέσ`τα πέλαγα και τ`ανθρωπομπουλούκι
σαν κόκκινα γαρύφαλλα σε αλλονών το πέτο
να ψάχνετε τις 'Ανοιξες, αν θα`ρθουνε και φέτο

κι εκεί να διαδηλώνετε πιασμένα χέρι χέρι
ανταμωμένα στην φωτιά, στου Χάρου το καρτέρι
ίδια αγριοπερίστερα, στεντόρεια η λαλιά σας

μ`ένα μπλεγμένο όραμα στ`ατίθασα μαλλιά σας..


« μ ε τ α ν ά σ τ η ς »

« μ ε τ α ν ά σ τ η ς »

εκεί που η μοίρα σ`έσπρωξε
και χάθηκες και πας
σ΄άλλη πατρίδα βρέθηκες
πατρίδα να ζητάς

σε δέντρα δεν στεριώνουνε τα άγρια πουλιά
θέλουνε βράχια κοφτερά κι απάτητες κρυψώνες
κι εσύ πατρίδα έχασες και μια ζεστή αγκαλιά
να βγάζεις ζόρικους καιρούς κι αχάριστους χειμώνες

εκεί που η μοίρα σ`έσπρωξε
να βρεις αλλού χαρά
το νιώθεις πως σε βλέπουνε
όλοι σαν φουκαρά

σε δέντρα δεν στεριώνουνε τα άγρια πουλιά
ζητούν τα γέρικα βουνά και τον αντίλαλο τους
όταν τα πνίγει ο καημός και βγάζουνε στριγκιά

να επιστρέφει στην καρδιά διπλός ο μισεμός τους ..


Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

« σ υ σ τ ά σ ε ι ς »

« σ υ σ τ ά σ ε ι ς »

το χέρι που αγάπησα,
το χέρι που έκλεισα στο δικό μου,
το χέρι που έσφιξα,
το χέρι που φίλησα,
αυτό το λατρεμένο χέρι,
με χτύπησε..
όχι να με πονέσει

απλά να συστηθεί..


Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

« Δικιά μου »

« Δικιά μου »

όταν εσένα συνοδεύω
άλλη ποτέ μου δεν κοιτώ
σε καμαρώνω, σε λατρεύω
είσαι δικιά μου και πετώ

γυναίκα, κρίνε της καρδιάς μου
πρώτα τα χέρια σου φιλώ
ό τι ζητήσεις θα το έχεις
μέσα στο επόμενο λεπτό

όταν στο πλάι σου καμαρώνω
γίνομαι γη και ουρανός σου
μόνο με σένα ζευγαρώνω
και το καυχιέμαι, είμαι δικός σου

πάρε τις ανασφάλειες μου
το ζητιανεύω σαν παιδί
τη σιγουριά σου μόνο δώσ`μου
με της αγάπης το δαδί

όταν εσένα συνοδεύω
γίνομαι γη και ουρανός
κανείς δε μπαίνει ανάμεσα μας

ούτε ο ίδιος ο Θεός !


« Ρ ε π ο ύ μ π λ ι κ α »

« Ρ ε π ο ύ μ π λ ι κ α »

από μικρός λαχτάριζες να βάλεις και καπέλο
για να φαντάζεις Κύριος με κάπα κεφαλαίο
όμως η τύχη τα`φερε στραβά κι αυτό το θέλω
πετάχτηκε στον κάλαθο, μια κι ήτανε μοιραίο

και πήρες μια ρεπούμπλικα - μιλάμε για το τότε -
με μια γυαλάδα σατινέ και χρώμα σαν του πούρου
πόζες χιλιάδες έπαιρνες, λες κι ήσουν ο Καπότε
κι άλλοτε ύφος παγερό, ωσάν αυτό του Κούρου

ώσπου αλλάξαν οι καιροί, ήρθαν δίσεκτα χρόνια
μπατίρης εκατάντησες με φθίνουσα πορεία
πέρασαν όλα τα καλά και ήρθανε τα χιόνια
μα πάντοτε στο πρόσωπο, πλανιόταν η απορία

πως άστεγος προέκυψες ; με πρόσβαση στα πάρκα
και η έπαρση που είχες χτες, πάγωσε σαν μια μάσκα
όσο για την ρεπούμπλικα, με την χλιδάτη μάρκα,
σε παλιατζή την πούλησες κι αγόρασες τραγιάσκα

"γιατί η φρικτή συνήθεια κι αυτό το κούφιο θέλω

ξεχάσανε τον άνθρωπο κι εστιάσαν στο καπέλο"


Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

« σ τ έ ρ ε ψ ε ς »





αποφάσισα να παίξω
με τα δάκρυα σου
να κολυμπήσω στην λίμνη τους
να ψαρέψω μυστικά
να πλατσουρίσω παιχνιδιάρικα
να κλέψω εντυπώσεις

κι όσο σε βασάνιζα
τόσο έκλαιγες
κι όσο σε πίκραινα
τόσο με ζητούσες

ώσπου σου μαρτύρησα
πως δεν ξέρω μπάνιο

τότε στέρεψες..


« π α ζ ά ρ ε μ α »



« π α ζ ά ρ ε μ α »


γωνιές παντού αφιλόξενες, έχει αυτός ο δρόμος
και αγκαλιές μελαχρινές που ξέρουν από χάδια
κι όσο σφιχτές οι αγκαλιές, τόσο τα χέρια άδεια
μια κι είναι απαράβατος κάθε νυχτιάς ο νόμος

γλιστράει τόσο εύκολα στο δέρμα η παλάμη
και οι μηροί ακάλυπτοι, τρέμουνε απ`το κρύο
πόσο άδικη είναι η ζωή κι άγρια σαν θηρίο
σ`έχει στριμώξει ασφυκτικά, σαν σφαίρα σε θαλάμη

κι όμως, το μεροκάματο πρέπει να βγει, το χρέος,
γι αυτόν που τάχα ξόδεψε λεφτά, να πάρεις μπότες
κι εσύ με τσάντα πλαστική, τίγκα από τις καπότες
λες, "ούτε ο πρώτος θα`ναι αυτός, ούτε ο τελευταίος"

σκληρές γωνιές, παζάρεμα στης νύχτας το παιχνίδι
κι η μέρα στέκει αλώβητη, σ`ετούτη την κατάντια
έτσι βρυχάται κι ο νταβάς, "είδαμε τα καζάντια"
και ρίχνει μιαν ανάστροφη, με στάμπα δαχτυλίδι

..πάλι θαρρώ σκοτείνιασε, πάει να πλαγιάσει η μέρα
κι η νύχτα αφέντρα στα κορμιά, θέλει να ξεδιψάσει
γι αυτό τους πίνει την χαρά, πίνει για να χορτάσει

των πονεμένων τον λυγμό, που τον φοράνε βέρα..