Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

« φθινοπωρινές ηλιαχτίδες »

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος 

 
« φθινοπωρινές ηλιαχτίδες »

ξερό το φύλλο, χάλκινο, κάτω πεσμένο
διέγραψε κι αυτό τον προορισμό του
κι εσύ να το πατήσεις πως διστάζεις, το καημένο
γιατί στα δύο θα κοπείς απ`τον τριγμό του

οι σκέψεις σου σε πάνε αλλού και ταξιδεύεις
σ`ενός δικού σου φθινοπώρου τις αχτίδες
χρόνια πολλά τις πας, τις φέρνεις, τις παιδεύεις
μαζί με κάποιες προσδοκίες και ελπίδες

πορτοκαλλένιε έρωτα μου, με αρνήθηκες
χρόνια περίμενα, δεν ήρθες να με βρεις
ίσως γιατί τα`λεγα χύμα και φοβήθηκες

λίγο με άγγιξες και πήγες να κρυφτείς..

















« σαν το δαδί »




 
λαχτάρα στο πλησίασμα, χρόνια της εφηβείας
μονάχα πορευόσαστε χωρίς επιστροφή
το πρώτο χάδι, το φιλί, οι ώρες της λαγνείας
μοναχικές κι ανένταχτες σαν μια μικρή ουλή

και χτυποκάρδια ανώριμα με τρυφερή αξία
ζωσμένα την απάντηση που πρόχειρα οδηγεί
εκεί που σπέρνει η ενοχή την άγουρη 'κακία'
εκεί που χάνει η ηδονή το μέτρο στη στροφή

συχνά κι εγώ αναπολώ να`ρθούν στα όνειρα μου
να ξαναζήσω έφηβος, ν`αναστηθώ παιδί
κοντά σιμά σαν έρχονται τα μαύρα γηρατειά μου
και η ζωή μου καίγεται, μόνη, σαν το δαδί..

« στα τυφλά »


τύφλωσε με
με την αγάπη σου
κι ύστερα εγώ θα δανειστώ
του Τειρεσία το στήριγμα
που άνθισε για σένα
και θα διαβώ τόσα βουνά
ίσως χωρίς νερό
για να`ρθω
πάλι να σε βρω
ξανά να με
τυφλώσεις



« κ ά μ ψ ε ι ς »



είναι η δουλοπρέπεια
στάση ζωής ή απρέπεια

μήπως αμετροέπεια
μπορεί και επιρρέπεια

της μέσης μια συνέπεια
να βρίσκεται συνέχεια
σε κάμψη από ανέχεια

ίσως κι από αιτία

ας πούμε οσφυαλγία..


« κυρά Φροσύνη »



εκεί σε διέκρινα κυρά
είδα εκεί πρώτη φορά
το πρόσωπο σου
φύκια και χτένια στα μαλλιά
και δύο χέρια στο λαιμό
το`να δικό σου

εκεί δε μ`άφησαν κυρά
να κάνω βούτα στα βαθιά
να μπω στο όνειρο σου
πως τον αγάπησες πιστά
και τον επήρες να πετά
βότσαλα στο γιαλό σου

εκεί ζαλίστηκα κυρά
κι είπα να μείνω συμφορά
ταμένος στο πλευρό σου
έκοψα όλα τα σκοινιά
και μια ζωή που με κρατά
άχρηστη, στο Θεό σου

γιατί αξιώθηκα κυρά
φύκια και χτένια στα μαλλιά
δυο χέρια μενταγιόν σου
χέρι που πια δε σε πονά
μόνο ενθύμιο εκεί δα
πλάι με το δικό σου..




« ο Χρόνος και ο Θάνατος »


 
ο Χρόνος και ο Θάνατος
αντάμωσαν σε γλέντι
ο Χρόνος δώστου κι έπινε
ήθελε να ξεχάσει
τον ζωνανε τα φίδια του
μη καμιά μέρα χάσει

ο Άλλος εις το στόμα του
δεν κιότεψε ποτήρι
κι όταν τον ερωτουσανε
κάτι επί της ουσίας
«δεν πίνω» αποκρίνονταν
«εν ώρα υπηρεσίας»

ύστερα ξεμονάχιασε
λεβέντη στα ωραία
στη σούρα πάνω πάτησε
και στην καλή παρέα

κι όπως ο μάγκας χόρευε
πνιγμένος στα μεράκια
ο Θάνατος του βαραγε
στο ίσο παλαμάκια

την άλλη το απογεμα
έγινε κι η κηδεία..



Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

« α λ ή θ ε ι ε ς »


 

δεν ξέρει τι παθαίνει και τα μπερδεύει
εδώ μέσα είναι όλα τόσο εικονικά και απρόβλεπτα
ικανά όμως να σε συνθλίψουν
μα έλα που αυτή, οικεία τα αισθάνεται

είναι καλό και κακό, το να θέλεις να νιώσεις πράγματα
παίρνεις το ρίσκο σου και το εκτοξεύεις μακριά
παραδίδεις στον άλλο τα εσώψυχα σου, σχεδόν αμαχητί,
σαν σε βρει η ώρα ευάλωτη και δεν το παίρνεις πίσω

το πιο πιθανό, είναι να εισπράξεις το «τίποτα»
στην καλύτερη των περιπτώσεων
γιατί στην χειρότερη, τσακίζεσαι

έτσι, στην πράξη της οπισθοχώρησης, υποκλίνεσαι
μουρμουράς και ένα, «σαν το μπόι του βρίσκει κανείς»
εισπράττοντας αυτονόητα το άλλο μισό της παροιμίας

με την καρδιά σου..

« π α ρ ά π ο ν ο »




στις τσέπες κρυμμένο το γέλιο παιδιού
καλά φυλαγμένο από χέρι
τα δάκρυα λάμπουν πετράδια ακριβά
προτού τα παγώσει τ`αγέρι

πατρίδα διψάς για καθάριο φιλί
πατρίδα σε νιώθω κρυώνεις
σε δώσαν σε κύκλωπες ένα πρωί
και μέσ`την αλήθεια σου λιώνεις

σημάδια τα όνειρα από παλιά
σ`ενός φθινοπώρου τη στράτα
ακούμπα στον ώμο τους, βάστα γερά
η ελπίδα ανθίζει στα νιάτα

πατρίδα σε βλέπω με μάτια καρδιάς
να ψάχνεις γωνιά ν`ακουμπήσεις
πατρίδα σε δίκασαν, παντού να ζητάς
πατρίδα να βρεις για να ζήσεις..



" Πάρε με μέσα σου "



πάρε με μέσα σου ουρανέ και κάνε με βροχή σου
πάρε και το παράπονο να κλαίει και να γελώ
πάρε μου ό,τι απόμεινε κι εγώ η αφορμή σου
για να χαράξεις αύριο καλύτερο καιρό

πάρε με μέσα θάλασσα δώσε με στα σκοτάδια
στα άγρια σου θέλγητρα τα πάθη μου να βρω
του ουρανού τις τσαλιμιές να βλέπω από τα βάθια
εκεί να εξαγνίζομαι, εκεί και να χαθώ

κι αν δε με θέλεις κάνε με, ένα τραγούδι μόνο
ρεμπέτικο, να σεργιανά σε στόματα καμμένα
ή αμανέ πολίτικο να ξιστοράει τον πόνο
για χρόνια που γεράσανε και φύγαν πονεμένα..

« Στη Γιαννιτσών »



ώρα "καλή" στη Γιαννιτσών
σαν πέφτει η πάχνη πρηνηδόν
είναι η τρίτη πρωινή ανυπερθέτως

τότε που ανοίγει η πληγή
και το κορμί υποταγή
γιατί καλύτερος καφές είναι ο σκέτος

κεπέγκια κι άχρηστα ρολά
πάμε μωρό μου σινεμά
έτσι, να δούμε το εργάκι απ`το τέλος

κάνει εδώ μια παγωνιά
και η καρδιά μου με πονά
βλέπω μπροστά μου τη ζωή σαν ένα έλος

ώρα πικρή στη Γιαννιτσών
και τα κορμιά λαβέ μολών
θολά να βλέπουν τον πελάτη απ`το τζάμι

έχεις φωτιά ; έχω κραγιόν
και ξεφτισμένο ένα καλσόν
να κρεμαστώ απ`το δεντρί θα πάει χαράμι

ώρα σκληρή στη Γιαννιτσών
και δι' ευχών και δι' ευχών
όλα τα χρώματα του κόσμου οι ανθρώποι

μέσα στο τμήμα των Ηθών
το καθαρτήριο των ψυχών
που δεν τους χάρισε κανείς, ούτ`ένα τόπι..




« τ ά μ α »




έλα κυρά μου Παναγιά, αρχόντισσα των πάντων
απόθεσε το πνεύμα μου, στη χώρα των θαυμάτων
απόθεσε και το κορμί, στου ήλιου σου τις ώρες
να μη το βλέπουν κεραυνοί, να μη το ζώνουν μπόρες

φέρε και την αγάπη μου, να δω πριν αποθάνω
το γλυκομελανούρι μου, στο στήθος μου επάνω
να με φιλήσει στ`ανοιχτά, μ`αποθυμιά στα χείλη
να δέσω την λαχτάρα μου, στον κόρφο του μαντήλι

έλα κυρά απ`τα πέλαγα, σπλαχνίσου την ψυχή μου
σου τάζω τον χρυσό σταυρό, να βλέπω το γιαβρί μου
κι όταν τον φέρεις δίπλα μου κι όταν με αξιώσεις
πάρε την δόλια μου καρδιά, να την ελευθερώσεις..

« τ α ξ ί δ ι α »



« τ α ξ ί δ ι α »

πέλαγα δικά μου μακρινά
στο τζάμι, ζωγραφίζω ένα βαρκάκι
στου αχνού τη σιγουριά να κολυμπά
με δίχως άγκυρα, κουπιά και τιμονάκι

έτσι κάνω ταξίδια
μα μένω πάντα στα ίδια
δεν θέλω το παράθυρο ν`ανοίξω
έτσι ξεσπάω αλήθεια
αντέχω από συνήθεια
το μόνο που φοβάμαι μη σε πνίξω

πέλαγα δικά μου μακρινά
η βάρκα μου ασάλευτη να μένει
να θέλει να μπαρκάρει σ`άγνωστα νερά
μα σε υδρατμούς ο κάβος της να δένει

έτσι κάνω ταξίδια
και στέκομαι στα ίδια
το ξέρω το παράθυρο αν ανοίξω
η σκέψη θα ρεφάρει
η βάρκα θα μπατάρει
και σίγουρα καρδιά μου θα σε πνίξω..



« του Αϊ Γιάννη οι φωτιές »



ποτέ δεν φτάσαν οι φωτιές σου Αϊ Γιάννη
ποτέ δεν ήταν αρκετές για να μας κάψουν
ήταν μονάχα της βραδιάς ένα σεργιάνι
κι όσοι χορέψανε κι αυτοί θα σε ξεχάσουν

έτσι αποφάσισε ο καθένας δίχως σκέψη
να πάρει σπίτι την δική του τη φωτιά
τα παραμύθια του και ό τι άλλο αντέξει
ίσως και κάποιου λατρεμένου τη ματιά

μάταια έψαξα τα μάτια σου για να`βρω
είχε αρχίσει ν`αχνοφέγγει η αυγή
κι όπως ξεπρόβαλε το φως, από το μαύρο
είπα να πάρω μερτικό και όπου βγει

πήρα λοιπόν μέσ`του μυαλού μου το αδράχτι
κάτι τραγούδια όλο καημό του 'Ακη Πάνου
ένα γραμμόφωνο που γέρασε από άχτι
και στην καρδιά μου τις “φωτιές” του Μητροπάνου..




τ ρ ι γ μ ο ί ...



ποτέ δεν έφτασε μια κλειδαριά
για να σε βρω ή να σε χάσω

ποτέ..

δεν έφτασε μια κλειδαριά
να ψάλλει με τριγμούς
την πιο κρυφή λαχτάρα

γιατί αυτό που χρόνια τώρα
ορθώθηκε ανάμεσα μας
δεν ήταν πόρτα

τοίχος ήταν..



« φ υ λ α κ ή »



κερί φωτίζει τις μορφές
που κρέμονται στους τοίχους
κερί φωτίζει τις σκιές
και όλα τα γραμμένα
συνθήματα κι αναθεμιές
τους άηχους τους ήχους
και κάτι που απόμειναν
αίματα ξεραμένα

πες την κελί, πες την στενή
πες τηνε κακομοίρα
δική μου είναι η φυλακή
δική μου και η μοίρα

κερί φωτίζει το κλειδί
που σκούζει από συμπόνια
κερί την περηφάνια μου
κερί την καταφρόνια
και σε μια κόλλα αναφοράς
όπου έγραψα μ`αγάπη
η φλόγα τρέμει από έρωτα
και σβήνει από δάκρυ

χίλια κεριά κι αν ξόδεψα
χίλια φιλιά κι αν πήρα
δική μου είναι η φυλακή
δική μου και η μοίρα..




" Χορτάτο μάτι "



χορτάτο μάτι..
όχι πολλά, ποτέ πολλά
αλλά ικανά να την χορτάσουν
ούτε στολίδια ή λεφτά
ούτε τα λόγια τα παχιά
αυτή πάντα έτρεχε
και άιντε να την φτάσουν

χορτάτο μάτι..
έλεγε πάντοτε, να δεις......
πως η μιζέρια της ψυχής είναι σαράκι
καθόταν σκάρωνε που λες,
ρίμες απλές, καθημερνές
κι όλο σχεδίαζε
ταξίδια με μεράκι

ταξίδια υπέροχα του νου
με το βαρκάκι του μυαλού
που του`βαλε κατάρτι ν`αρμενίζει
κι έπιανε πάντα τις μικρές
τις ώρες της ψυχής μονές
που μόνο το ένστικτο
μπορεί να τις ορίζει

έτσι την βρήκαν μιαν αυγή
να προσπαθεί ματαίως να βγει
από ένα όνειρο που ήτανε φευγάτη
είχε τα μάτια ανοιχτά
κι ένα χαμόγελο πλατιά
μια και σχεδίασε
έναν θάνατο - απάτη..

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

" π α λ μ ο γ ρ ά φ ο ς "



καταγράφω παλμούς
αθέλητα γίνομαι μάρτυρας σπασμών
μετρώ τις σιωπές να ξεσπούν
στα διάκενα των κραυγών

ζευγαρώνω την ηδονή με το πρέπει
πλήρης και ουσιαστική σύγχυση μεταξύ των

'αποπροσανατολιστήκαμε'
στον τρόπο με τον οποίο ελέγχουμε
την διαφυγούσα ιδέα της νεότητας..


" Π α λ λ α κ ί δ α "



και τότε βύθισε το ξίφος του βαθιά
κει που το κάρμα συναντά την ηδονή
και τότε ράγισαν του κόσμου τα σπαθιά
που`χε τρελάνει η μεγάλη προσμονή

τι κι αν το σώμα κάποιας άλλης αγαπάς
τι κι αν τα δάχτυλα αγγίζουν ξένο δέρμα
μέσ`το δικό μου το μυαλό θα σεργιανάς
κι από το στόμα σου θα βγαίνει ένα ψέμα

δε θα χορτάσεις εραστή μου τα φιλιά
όσο κι αν πέφτεις στη δική σου την παγίδα
φλύαρα τα χάδια κι ας μην έχουνε μιλιά
κι εσύ ταμένος νοερά σε παλλακίδα

κι εγώ..

εγώ πονώ για ν`αγαπήσω
και λιώνω για ν`αγαπηθώ

έτσι είμαι εγώ..

δούλα σ`αυτόν που μ`αγαπά
σκλάβα στον που με θέλει..

" π ά θ ο ς "



ήταν τόσο απόλυτη η εισβολή του
που ένιωσα να με πνίγει

αυτός θεριό ξαναμμένο,
έτοιμο να με κατασπαράξει

Θεέ μου, σκέφτηκα,
ποτέ δε θα χορτάσει την γυναίκα ;

δεν χορταίνεσαι, ξεστόμισε
σα να έκανε μαντεψιά

θα με πνίξεις σκέφτηκα
και τινάχτηκα μονομιάς
κόβοντας του την απόλαυση

έτσι ήθελα, να τον βλέπω
να σέρνεται ζητιάνος

ζητιάνος των φιλιών μου..

« 'Ο τι προαιρείσθε »



μου ανατρέπεις τα στατιστικά μου
έτσι απλά, γιατί γουστάρεις..

δε θες να λέω αλήθειες
“η αλήθεια δεν απέχει πολύ από την κακοήθεια”
έτσι λες..

αλλά εμένα, που με πνίγει το δίκιο
εμένα, που με πνίγει η ευγένεια
σου λέω ευθαρσώς
πως ποτέ δεν υπήρξα κακοήθης

για μια αλήθεια πάλευα
που την ήξερα μόνη μου
και κάποιες λίγες φορές
την έβγαζα βόλτα στα χαρτιά μου
σαν πόρνη πολυτελείας
την έκανα ρίμες
την στόλιζα
την εκποιούσα

κι ύστερα πάλι, πριν το χάραμα
την μάζευα μέσα μου

να πιει ψυχή
να γαληνέψει..

" όταν ταξίδια κάνω "



βοήθησε με να κάνω μπάνιο μέσα σου
απάλλαξε με από τα ρούχα, εντελώς
επιθυμώ να εισέλθω γυμνή, να εξαγνιστώ
να γίνουμε ένα με την αλήθεια μας
παίζει ρόλο..

κι έπειτα, εγώ εσύ κι εσύ εγώ,

θα ξαπλώσω στ`ασπροσέντονα του νου σου
άσπιλη, να σε πάρω στα ταξίδια μου
λατρεμένε μου γλάρε
να λιάζεσαι πάνω μου
να τσιμπάς ψίχουλα της πεθυμιάς
με την ψευδαίσθηση μήπως χορτάσεις..

αλλά δε θα σε χορτάσω, ποτέ

για να`χεις πάντα κάτι να ζητάς
μέσα από την καρδιά μου..

" Μ π α γ κ λ α ν τ έ ς "




πόσο σκληρά πέφτουν βροχές
μέσ`τα πορνεία του Μπαγκλαντές
εκεί που μοιάζουν οι ψυχές με καταιγίδες
πόσο ματώνουν τα κορμιά
χωρίς ανθρώπινη αγκαλιά
και ζητιανεύουν την χαρά ως κι ελπίδες

πόσο τα σώματα πονούν
πόσο τα βλέμματα ριγούν
κι 'η ηδονή' ξεσπά με ψεύτικα σινιάλα
φοβάται μήπως προδοθεί
κι αφήσει λίγο να φανεί
πόσο της λείπει της μητέρας της το γάλα

ω ! πόσο απάνθρωπες βροχές
νυχθημερόν στο Μπαγκλαντές
κει που ο αγοραίος δεν τολμά να ξαποστάσει
κει που τα σώματα 'επαιτούν'
κει που οι καρδιές αιμορραγούν
και τρέμει την ηχώ η φωνή, για να ξεσπάσει..

" κρατώ σπαθί "




έτσι θέλω να με θυμάσαι
μαχητική και μάχιμη
έχω φάει μια ζωή σε κόντρες
να τυραννώ τα εντός μου
δίχως σταματημό..
μα.. κουράστηκα..
και με παράτησα άτσαλα
στο βεστιάριο των εντυπώσεων
σαν αποφόρι

κρατώ σπαθί

έτσι θέλω να με θυμάμαι
αμαζόνα στην προσπάθεια
κυρία στην κατάκτηση των θέλω μου
αυτών που δεν μου χαρίστηκαν
αλλά χρειάστηκε να πάω κόντρα
και μ`εμένα, κάποιες φορές

τώρα δρέπω τις δάφνες μου !

μια μοναξιά πολυτελείας
που περιφέρω φλύαρα ντυμένη
στα σαλόνια του σαρκαστικού μου εγώ
και της φορώ μάσκα θανάτου..

κλείδωσα την ψυχή μου

μη και την βρεις
μη και την βρω

γιατί κρατώ σπαθί

που δεν μπορεί
έτσι θα με θυμάσαι

αν με θυμάσαι..

« κι εσύ χαρά μου »





αθώα καράβια όνειρα μου
που ταξιδεύετε κι απόψε
μέσ`το χιόνι ;
μόνη παρέα σας το κλάμα
ενός γκιώνη
κι εσύ χαρά μου
κι εσύ χαρά μου

αθώες μικρές μου μαργαρίτες
γιατί φοβάστε να ανοίξετε
τα μάτια ;
πίσω από σίδερα κοιτάτε
μια κατάντια
κι εσύ χαρά μου
κι εσύ χαρά μου

αθώες παιδιάστικες αγάπες
μη μαρτυράτε τις ντροπές
άλικο αίμα !
ανταλλαγή για λίγα θέλω
πουλημένα
κι εσύ χαρά μου
κι εσύ χαρά μου

εσύ χαρά μου δεν έχεις σπίτι
δεν έχεις τόπο ούτε ελπίδα
δεν έχεις μάτια ούτε φεγγίτη
γιατί σε κόψαν με μια λεπίδα..

« κ.λ.π., κ.λ.π., κ.λ.π. »



ένα σφηνάκι με ζωή θα σε ποτίσω
θα σε μεθύσω με γλυκόπιοτα φιλιά
και σαν ουρί μέσ`τον οντά θα σε τραβήξω
για τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά

εκεί κοντά παραδομένος από πόθο
θα σεργιανάς μέσ`τις κρυφές μου ακρογιαλιές
και θα σου λέω, “αγκάλιασε με να σε νιώθω”
και θα μου λες, “σφίξε με γι άλλες δυο ζωές”

σαν τρελαμένοι και οι δυο θα μοιραστούμε
γεύση από σπέρμα κι από άλλες ηδονές
κι εκτεθιμένους την αυγή θε να μας βρούνε
σ`όσα δεν πρόλαβαν να σώσουν οι ντροπές..


« Η γλώσσα του κορμιού »



τι κι αν είμαι μόνη ;

έχω γύρω μου ανθρώπους

είμαι χαρούμενη που είμαι μόνη
με πολλούς ανθρώπους παρέα

είναι μόνοι κι αυτοί σαν κι εμένα
επικοινωνούμε με τα μάτια
ίσως με κάποιο άγγιγμα

επικοινωνούμε με δικούς μας κώδικες
μιλάμε ώρες ατέλειωτες.. άηχα

έχουμε σπουδάσει την γλώσσα του κορμιού
έχουμε ξοδέψει ώρες να κρατάμε ακίνητα τα βλέφαρα

δεν έχουμε πρόβλημα συνεννόησης
κι ας μη μιλάμε την ίδια γλώσσα

η μοναξιά δεν χρειάζεται μετάφραση..

τι κι αν είμαι μόνη ;

έχω καρδιά και ανθρωπιά καλά κρυμμένη
μοσχομυρίζει στον κόρφο μου κι έρχεται να σε βρει

δέξου την σε παρακαλώ

κάνει καλή παρέα

α.. κι ένα χαμόγελο..

" Π ό θ ο ς "



μ`έριξε κάτω ο μαύρος
και τώρα παίρνει θέση
να με καρφώσει

πόσο θέλω να πεθάνω
τιμημένα από ταύρου κέρατα
παρά από τα δικά σου..

" ερωτικό τραγούδι "



άνοιξη του χειμώνα μου βγες στο παράθυρο σου
χαμόγελο στα χιόνια μου, στείλε να σε χαρώ
να βλέπω την αγάπη σου να καίει το πρόσωπο μου
και να μου λες με μια ματιά, πως όλα τα μπορώ

αχτίδα στα σκοτάδια μου ρίξε κι ας είναι ψέμα
το γέλιο σου το γάργαρο, μέσα του να λουστώ
να έρθει πάλι η ομορφιά, να βράζει σαν το αίμα
κι εγώ να πέσω μέσα της και να εξαγνιστώ

ίσως το πόσο σ`αγαπώ, ποτέ να μη το μάθεις
ίσως το πόσο σε ποθώ, να μείνει μυστικό
κι ένα στιχάκι ατέλειωτο μέσα σε χίλια λάθη
να ψάχνει την αλήθεια του, της νύχτας ξωτικό..

" Γουίκεντ στου Μπέρνι "



σήμερα επήραμε τον παππού στο σπίτι
μια και πλέον δεν έφτανε μόνο ένας μισθός
ως γνωστόν ετρέφετο σαν ένα σπουργίτι
αλλά εις το ίδρυμα, έβγαινε ακριβός !

πενιχρά η σύνταξη είχε καταντήσει
που`παιρνε ο άνθρωπος μέσα από το ΝΑΤ
τα λεφτά δεν έφταναν για να κατουρήσει
βλέπετε ακρίβαιναν ως και τα slipad

έτσι τον βολέψαμε πάνω εις το σκρίνιο
δίπλα στο τηλέφωνο, πλάι στην τιβί
σαν ένα ενθύμιο, σεβαστό κειμήλιο
ακριβό γραμμάτιο, μη τσαλακωθεί

κι από κει μας έριχνε, νερωμένο βλέμμα
κι ας ψυχανεμίζονταν όλες τις ειδήσεις
την κατάντια ανθίζονταν στο ίδιο του το αίμα
που τον πισωγύριζε για διευκολύνσεις

αχ, νταγιάντα βρε παππού, ζήσε λίγο ακόμα
γιατί αν καλοσκεφτείς, πώς η ζωή τα φέρνει
σκηνοθέτες θα μας δεις, στο δικό σου πτώμα
να γυρίζουμε ξανά, " Γουίκεντ στου Μπέρνι "

" α π ο χ α ι ρ ε τ ι σ μ ό ς "





κάθε χρόνο τον βλέπω πιο σκυφτό
και ειδικά την ώρα που σε ξεπροβοδίζει, αητέ μου
σα να του στραγγίζεις τη ζωή
δε μιλά, σ`αγαπά στις σιωπές του..

κάνει την κίνηση να σου πάρει τη βαλίτσα
απ`το χέρι, μα εσύ δεν τον αφήνεις
μετά βάζει το πανωφόρι και κοιτά αμήχανα εδώ κι εκεί
σα να πρόκειται ο ίδιος να "πετάξει"

μήπως ξέχασες κάτι ;
μήπως πρέπει ν`αφήσεις κάτι, για την επόμενη φορά ;
τα`χω χαμένα..

άσε με στο κατόπι σου να ρίξω κρύο νερό
να κυλίσει γάργαρη η στράτα σου
άσε με να σε σταυρώσω τρεις φορές
να`χεις την Παναγιά μαζί σου

δεν κουβαλάς πια την Σαλονίκη παραμάσχαλα
όχι, μου το`πες, άλλη πατρίδα αγάπησες
η πόλη σου σε πνίγει..

πικράθηκα, μα το φύλαξα μέσα μου
πως καταντά ο άνθρωπος, να έχει τόσο θυμό
για ό τι τον πίκρανε, για ό τι τον πονά..

θησαυρέ μου..
ακόμα νιώθω τα χέρια σου πάνω μου
στην αγκαλιά του φευγιού σου
θαρρείς ήθελες να πάρεις μαζί σου την εικόνα μου
την λαχτάρα μου, τα χάδια μου, τα φιλιά μου..

παιδί μου
πόσο γρήγορα μεγάλωσες..

" γ κ ρ ί ζ ο "




γιατί να μη θέλω να βγω έξω ;

σήμερα που`μαθα να εκτιμώ το γκρίζο !

μέχρι χθες μόνο μαύρο κι άσπρο
και μια διάθεση μπαμπέσα
μια στο ζεστό και μια στο κρύο..

σήμερα έδωσα τα εύσημα στο γκρίζο !

θα το πηγαίνω βόλτα
θα το αγαπώ
θα κάνω έρωτα μαζί του

θα επικοινωνώ επί τέλους σαν άνθρωπος..

στα κομμάτια να πάνε όλα
και η νύχτα που με δονεί
και τα δειλινά που μ`εξουσιάζουν

σήμερα έχω καβαλιέρο μόνο το γκρίζο

έχω παρέα

επί τέλους..

" για ένα σπίτι "



πόσα κρύβει ένα σπίτι, όταν κλείνει πίσω η πόρτα
πόσα νοιώθει ένα σπίτι όπου κουβαλά ψυχές
που τραβά η κάθε μία, την δική της πάντα ρότα
αλλά μένουνε οι ρίζες στα θεμέλια του βαθιές

πόσα καίει ένα σπίτι, στο δικό του παλιοτζάκι
όταν πρέπει για να βάλουν στην πυρά του τις καρδιές
καίει αλύπητα τους πόνους, καρδιοχτύπια σαν σαράκι
καίει έρωτες λησμόνους, καίει ξενύχτια, καίει χαρές

πόσα κρύβει ένα σπίτι, σαν σφαλίζει πίσω η πόρτα
όταν μένουνε μονάχες οι δικές του οι μορφές
που θα φύγουν κάποια μέρα, με σβησμένα όλα τα φώτα
σα νταλίκες, που ξοδεύουν, στα χιλιόμετρα ζωές


ένα σπίτι στέκει βράχος, να θρηνεί μέσα στο χρόνο
μια αρχοντιά που το παιδεύει, σαν ανάμνηση και μόνο..





« β α ρ κ ά δ α »




πάρε τα κουπιά μου σκίσε το νερό
γίνε και η βάρκα κι ο βαρκάρης
άντεξε τα θέλω, σώσε τα μπορώ
βιάσου την καρδιά μου για να πάρεις

`πόθεσα τα χέρια σ`ό τι με πονά
έπνιξα και τις επιθυμίες
μέσ`τις απλωτές σου θα πνιγώ ξανά
μέσα στου κορμιού σου τις ευθείες

όρισα ταξίδι πάλι μακρινό
κι έχω την αγάπη σου τιμόνι
φλοίσβο στα όνειρα μου, άστρο φωτεινό
κι όμως μέσ`τη βάρκα είμαι μόνη

πάρε την ψυχή μου πέρα απ`το γιαλό
πες με αγέρα, πες με μαϊστράλι
σκλάβωσε την σκέψη, πάρε το μυαλό
κι ο έρωτας μας κάπου θα μας βγάλει..



Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

« βαμμένα κόκκινα αυγά »





 
βαμμένα κόκκινα αυγά
να λάμπουν σαν ρουμπίνια στο τραπέζι
περάσανε τα χρόνια βιαστικά
κανένας τώρα αγάπη δε σε παίζει

αθώα στιχάκια γράφεις μυστικά
θα γίνει πάλι φέτος το αντέτι
σε μια βδομάδα όλα ονειρικά
κι εσύ μετράς δυο δυο πλέον τα έτη

βαμμένα πράσινα αβγά
αλλάζεις και το ύψιλον με βήτα
φαγώθηκαν τα χρόνια ξαφνικά
και έμεινε ένα τέταρτο απ`την 'πίτα'

άσπρες κουρτίνες όλα παστρικά
η ομορφιά ν`αστράφτει μέσ`το σπίτι
και τα φαινόμενα κοιτάς τα αστρικά
μ`ένα φεγγάρι να γελά απ`τον φεγγίτη

βαμμένα χρυσοκίτρινα αυγά
κάνουν παρέα σιωπηλή στα όνειρα σου
όσα δεν πρόλαβες να βάψεις με μπογιά
μια κι έχει σίγουρα περάσει η μπογιά σου

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

« έρωτες μπαλκονάτοι »


 

παράξενα της φύσης σε ποιον να εξιστορήσεις
τον έρωτα μιας κούκλας που στήσαν σε μπαλκόνι
τον κράχτη για να κάνει πελάτες να γλυκάνει
μ`αυτός την αγαπάει και κάθε μέρα λιώνει

σπασμένο το παντζούρι και μέσα γλειφιτζούρι
στο βρώμικο το στρώμα και τίγκα πατσουλί
βρε σ`όποιονε αρέσω, την κούκλα θα διαλέξω
- μίλα μου σαν κυρία, δεν είμαι γω τσουλί -

συνήθης πελατεία, σουλάτσο στην πλατεία
στο 'σημειωμένο' σπίτι σάπισε στο μπαλκόνι
πλέον δεν έχει μέλλον σε τούτο το μπουρδέλον
ο ήλιος ζεματάει, εκείνη όμως παγώνει.


" α β ε β α ι ό τ η τ α "




γυρεψα σ`αλλους τοπους να`βρω τις χαρές μου
αλλιώτικα παιδια που μπογιαντιζουνε συνθηματα
της κοινωνιας νιοφερτα ειναι θυματα
κι εγω κλεισμενη μεσ`τις ενοχες μου

παιδεψα το μυαλο μου να`βρει λυση στο αδιεξοδο
κι αλλαξα τη ζωη μου, μ`ενα εξοδο
σκληρο παζαρεμα το φως για το σκοταδι
κι εκει, σε εχασα ενα βραδυ

φανηκε η μερα η ξανθη, αδιαφορο καθε κατεστημένο
εχω για φρουριο το εγω μου και προσμενω
μιας παπαρουνας ανοιξη να`ρθει ξανα
και ενα χαδι, απο καιρο εξοστρακισμενο..

" π ο ρ τ ρ έ τ ο "





βοήθησε με να φτιάξω την εικόνα σου
χάνομαι μέσα στου μυαλού μου τις πλεκτάνες
ένα προφίλ αόριστο και μπερδεμένο
μια ομίχλη γύρω σου, ένα μυστήριο
καμιά ταυτότητα, μόνο ένα όνομα
στην τύχη, ένα όνομα

κάθε βράδυ ντύνομαι τη ντροπή μου
και μπαίνω όπου με βγάλει ο δρόμος
ψάχνω να σε βρω, εις μάτην

άλλοι δρόμοι, άλλες συχνότητες

η ίδια πόλη, μας έχασε, μας ξέχασε
μα εγώ ακόμα επιμένω


και θα σε βρω, υπόσχεση..


« Χ έ ρ ι α »

ένα ζευγάρι χέρια
με έδεσαν με όρκους πίστης
με οδήγησαν νύφη στην εκκλησιά
με κέρασαν χάδια
μου έμαθαν τον έρωτα
με έσφιξαν στα μπράτσα τους
μου πρόσφεραν λουλούδια
μου έδωσαν νερό
νερό λέω
και ξέχασα τι άλλο
με πόνεσαν
και ξέχασα κάτι ακόμα

συνήθως δεν ξεχνώ
ποτέ δε ξεχνώ τα χέρια
τα χέρια που αγαπώ

αλήθεια, ποιανού χέρια ;

αυτά που κάνουν στον τοίχο το κουνελάκι
αυτά καλέ, με τη σκιά, που κάνουν το λύκο

χμ, παίζαμε κάποτε..
πριν φάει ο λύκος το κουνελάκι

κι έτσι έμαθα ν`αγαπώ
τα χέρια τα δικά μου μόνο

είπα, μόνο τα δικά μ.....

άστο..

« α μ ν η σ ί α »


 

φύτεψα τα όνειρα μου
στο παρτέρι με τις βιολέτες

όχι γιατί ήθελα ν`ανθίσουν
αλλά για να πάρουν
την ευωδιά τους

ύστερα έπλυνα τα χέρια μου
και κοιμήθηκα

το επόμενο πρωινό
δε θα θυμάμαι τίποτα..


« Με καθυστέρηση »


 

τι κι αν ποτέ δεν γνωριστούμε;
φίλοι θα μείνουμε ακόμα κι από δω
θ`ανακατεύω σ`ένα μέιλ τα μαλλιά σου
και με το σχήμα των χειλιών σου θε να ζω

τι κι αν ποτέ δεν γνωριστούμε;
θα σε βαφτίσω με τον άνεμο αγάπη
θα σε χαϊδεύω σε μια οθόνη κάθε βράδυ
να σε διαβάσω θα προσμένω ως την αυγή

γιατ`είμαι μόνη
και έχω κλείσει δύο όνειρα και κάτι
μια πιθανότητα που μοιάζει με απάτη
και μια ελπίδα που ξεφεύγει σαν παιδί


ίσως ποτέ και να μη γνωριστούμε ........


« ο καπετάνιος »


 
λούφαξε καπετάνιε μου κι άραξε στο καρνάγιο
σώθηκε όλο το κάρβουνο και το κερί στον άγιο
κάνε κουμάντο μη σωθεί ο σέρτικος καπνός σου
γιατί η μπαμπέσα η ζωή βουτάει το μερτικό σου

δουλειά δεν έχει κι η πολλή, τρώει και τον αφέντη
και το καθόλου ή το πολύ, βγάζουν το ίδιο γλέντι
πιες ένα τσίπουρο διπλό, τα μάτια σου δοξάρια
βαράτε βιολιτζήδες μου, δέσαμε παλαμάρια

λούφαξε καπετάνιε μου, άλλο πια δε σε παίρνει
η μπόρα της αναδουλειάς θερίζει και δε σπέρνει
το μόνο που σ`απόμεινε ένα χέρσο τσικίμι
μία φουρτούνα στην καρδιά κι ένα παλιό ταξίμι..


« Χ α μ έ ν ο ι »



 
Brooke Shaden
χαμένοι είμαστε

μέσ`την συνήθεια του χρόνου
σ` ένα παράπονο του μόνου
κι αν θα σε βρω κι αν θα με βρεις
θα`ναι μια σύμπτωση στιγμής

τώρα σιωπές που μας γεράσανε
μας ευτελίσαν, μας κουράσανε
φιλιά και δάκρυα στεγνωμένα
να κεραστούμε απ` τα χαμένα

χαμένοι είμαστε

κι αν θα περάσουνε τα χρόνια
κι αν γίνει ο έρωτας συμπόνια
στην άκρη άλλης μιας ζωής
ίσως να έρθεις να με βρεις

ένα ταγκό θα πάρει θέση
που το αφήσαμε στη μέση
ένα ταγκό που όσο όσο
θα το χορέψω κι ας πληρώσω

έστω και αν το μετανιώσω..

« ε ν ο χ έ ς »


 
μπήκα ξαφνικά στις ενοχές σου
βάζω τα αισθήματα στην τσέπη
και παρατηρώ τις αντοχές σου
ξέρω, τέτοιο τέλος δε μας πρέπει

στα μισά του δρόμου το γραμμένο
δυο ψιχάλες χάλασε τ`αγέρι
έρωτας μονός, απωθημένο
κάποιο μερομήνι θα σε φέρει

άλλαξα και φώτα και πορεία
μίλα μου, που βγάζουν τα σκοτάδια;
μεσ`τα βραδινά λεωφορεία
τέρμα στο διάδρομο τα χάδια

θόλωσε το τζάμι πέμπτη θέση
τι δουλειά έχω γω στις ενοχές σου;
πήρα δρομολόγιο που μ`αρέσει
ξέρω, πίνεις σκέτο τον καφέ σου..



« υ π ο φ έ ρ ω »


 
υποφέρω

και σταμάτησα το χρόνο
εκεί, στην τελευταία ονείρωξη

σ`έκλεισα μέσα μου για πάντα
είσαι γήινος, είσαι έρωτας
μια φιγούρα, μια λαχτάρα

μια φωνή που σταμάτησε στα τριάντα
και ζητά επιβεβαίωση

θα σε πάρω στ`αυτιά μου
μόνο αυτό μου επιτρέπεται

η καταδίκη μου

όσο θα ζω..

με αυτό ..


" α γ ο ρ α ί ο ς "




ένας σε κέρασε μα σε προσπέρασε
φιλί φευγάτο και βιαστικό
εσύ το σκούπισες σαν τα παιδάκια
για να ξορκίσεις κάποιο κακό

ήταν αντίθετο με την συνήθεια
απαγορεύονται λες τα φιλιά
δεν είναι κέρασμα, ούτε βοήθεια
αλλά αισθήματα πολύ βαθιά

όμως μετάνιωσες και τ`αναζήτησες
πέρασε η ώρα κι ήταν αργά
και ψηλαφώντας τα δυο σου χείλη
εξαφανίστηκες σαν το φυγά..




« μόνο καλά θα`θελα να`σαι »


Φωτογραφία : Michalis Matzavinos

 
μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
και το ερχόμενο φθινόπωρο
θα έρθω..

πολλά φθινόπωρα πέρασαν
από τότε
κι εσύ περίμενες στην άκρη
της γραμμής
έτσι να δεις πως περπατάν`
τα δρομολόγια
μα δεν ξεκίνησες να έρθεις
να με βρεις

μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
κι εγώ το τζάκι θα το ανάβω
στη ματιά σου
να καίει όμορφες στιγμές
απ`τ`άρωμα σου
και μια ευχή θα ψιθυρίζω
να γυρίσεις

μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
κι άλλα φθινόπωρα πολλά
θε να περάσουν
εγώ εδώ, θα σε προσμένω
ώσπου να φέξει
κι ίσως οι σκέψεις μου
την σκέψη μου γεράσουν..



« π ο δ ή λ α τ ο »



 
πάλι μου έδωσες υπόσχεση
μια βόλτα
δυο βόλτες
μ`εκείνο το ποδήλατο το σένιο
και το καλαθάκι με τα λουλούδια
και το κλάξον
και τις ακτίνες απ` τους ήλιους της ζωής σου
θα μπερδευτώ σου φώναζα
θα τσακιστώ, θα πέσω

ποδήλατο.. δεν έμαθα ποτέ ποδήλατο
εσύ όμως ξέρεις
και θα με οδηγήσεις
αρκεί να κρατήσεις την υπόσχεση
αρκεί να με πας μακριά
στα σύννεφα
πάει το ποδήλατο στα σύννεφα ;

ναι.. οι καρδιές, το πάνε όπου θες..

« σαν θημωνιές »



κακιώνουμε σαν μεγαλώνουμε
μέσα από την ανάγκη
που έχει ο ένας για τον άλλο,
κακιώνουμε

δεν ξέρω το γιατί
κουραστήκαμε, βαρεθήκαμε
κακώς βρεθήκαμε
αργά το σκεφτήκαμε
πάντως κακιώνουμε

με ενοχλείς σε ενοχλώ
και περπατάμε μέσ`το βόλεμα αυτό
που κεραστήκαμε
που μοιραστήκαμε

μέχρι να έρθει ο θάνατος
και το «μαζί» να διαλύσει

μέχρι να έρθει ο θάνατος
στεγνά, να μας χωρίσει

σαν θημωνιές ..


« στα παλιά λεωφορεία »





 
πάντα μέσα στα παλιά λεωφορεία
κάποια βάσανα γυρνάνε στο κορμί τους
κι ένα αχ, που το σκεπάζει η μηχανή τους
πως αλήθεια να βοηθήσεις τη ζωή

τη ζωή που στα παλιά λεωφορεία
κώδικα έχουν οι ψυχές πλέον δικό τους
φορτωμένες σαν ταγάρι τον καημό τους
για ν`αφήσουνε στη στάση ένα γιατί

στριμωγμένα τα παράπονα κι οι πόνοι
στων παλιών λεωφορείων τις στιγμές
κι απ`τα τζάμια να χαζεύουνε οι μόνοι
πως νερώνουν το παράπονο οι βροχές

οι βροχές που αγαπούν τα λεωφορεία
κι ο βοριάς όταν αντίθετα φυσάει
παίρνει τα όνειρα 'ελευθέρας' και τα πάει
στου ανέφικτου την μαύρη εξορία

μ`ένα τράνταγμα ξυπνώ στον ουρανό σου
τον ρωτώ αν μ`αγαπά κι αν θα μπορέσει
στη ρουτίνα των παλιών λεωφορείων
να κρατήσει η καρδιά την πρώτη θέση ...


« στο καπηλειό »



με το ζερβί σε χάζευα τραγούδια να κουρσεύεις
ενώ με τ`άλλο έστριβες την τύχη μιας πεντάρας
κι εκεί που τσάκιζα καπνό σκεφτόμουν τι γυρεύεις
να τυραννάς τα σωθικά στα τάστα μιας κιθάρας

σε λίγο σαν βαριόσουνα, έπιανες κομπολόι
πότε ρουφούσες με τη μια κι άδειαζες το ποτήρι
σ` ένα παμπάλαιο πικάπ έσκουζε μοιρολόι
κάτι παλιά θυμόσουνα κι έπινες ξεροσφύρι

μια λάμπα ετσιτσίριζε να πει στα μερομήνια
να σπλαχνιστούνε τη σοδειά, του μισεμού τον μόχθο
κι εσύ εκεί βολόδερνες στης φτώχειας τα χαίρια
ματώνοντας τα δάχτυλα σ`έναν μπατίρη πόθο

έτσι λοιπόν σε άφησα, ανάμεσα στις ώρες
να ξεψυχά στο χέρι σου ο ήχος της πεντάρας
και πάλευαν οι ρίμες σου σαν μοίρες μαυροφόρες
να γίνουν πρωτοτράγουδα μιας γέρικης κιθάρας..