Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

« α υ τ ο κ τ ο ν ί α »


φωτογραφία, Kiki Kyrmanidou

μια μελωδία να καρφωθεί στα σπλάχνα μου
μια μουσική και να μου δώσει μια γροθιά
ν`αυτοκτονήσω
για όσα έζησα και τόλμησα ν`αφήσω
σαν ταξιδιώτες που δεν έχουν προορισμό

τώρα το γάντι τους πετώ, να`ρθούνε πίσω
κι απεγνωσμένα φρέσκο έρωτα ζητώ..






Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

« έ τ ο ι μ η »



[με θέλεις έτοιμη στις αστραπές, να τις ιππεύσω]


είναι που ξέρει το μυαλό να κάνει ζαβολιές
να νοιώθει πάλι ότι ζει, να ζωντανεύει
να γυμνώνει και να γυμνώνεται

μα, αν δεν εφεύρισκε τρόπους επιβίωσης,
προς τι η ύπαρξη του ;

πεθαίνει το ενδιαφέρον, όταν δεν υπάρχει γοητεία
κι αυτή βρίσκεται στου νου το αχόρταγο
στην τέχνη του να «διαβάζει» τα ένστικτα

[μόλις έπεσε ένας κεραυνός.. μόλις..
όταν πλαγιάσεις και πριν «χαθείς»,
πάρε με στα ταξίδια σου και ξέχασε με]

είμαι έτοιμη να καβαλήσω τον κεραυνό σου..



Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

« για τον καθένα ξεχωριστά »



ΚΑΤΣΟΥΛΙΔΗΣ ΤΑΚΗΣ [1933-]. "Γυναίκα στον καθρέφτη"
ένα παιδί τα σωθικά μου κατατρώει
ένα παιδί , που δεν τολμά να μεγαλώσει
και στην δική μου την καρδιά έχει ριζώσει
να με παιδεύει και πολύ να με πονά

είναι μαρτύριο στον καθρέφτη να το βλέπεις
να το κοιτάς, να σου γελά, να το μαλώνεις
και να σου κλείνει το ματάκι όταν ζυγώνεις
σαν σε χαϊδεύει και μαζί σε τυραννά

τι να του πω, πως δεν μεγάλωσα στ`αλήθεια ;
πως έχω μέσα μου ψυχή, για άλλα τόσα ;
και παζαρεύω να`ρθουν χρόνια, άρα πόσα ;
μ`ένα παιδί, που όλο θέλει και ζητά..




« Σεξουαλική Παρενόχληση »


( 5 - 03 - 2008, ρεμπέτικο φόρουμ )

η αλεπού ορέχτηκε ένα κοτοπουλάκι
που είχε μάτια έμορφα , ήτανε κι αγοράκι
μα πριν το φάει σκέφτηκε , για να το φχαριστησει
να το χαϊδέψει τρυφερά , να το γλυκοφιλήσει

εκείνο εκαταλαβε τις πονηρές προθέσεις
παρ` όλο που του έταζε δωράκια και ανέσεις
δεν πρόλαβε το δύστυχο αμέσως να την κάνει
του `χε στημένο η αλεπού περίτεχνο δοκανι

έτσι έπεσε στο στόμα της , το `πιασε με την γλώσσα
κι εκείνο εθυμηθηκε την μάνα του την κλώσσα
μα η πονήρω άρχισε τα φλογερά φιλιά
τόσο , που του εκόπηκε ακόμα κι η λαλιά

το έγλυφε , το βύζαινε σ` ολόκληρο το σώμα
κι εκείνο ανατρίχιαζε , μα υπέμενε ακόμα
κόλλησαν και τα πούπουλα επάνω στο κορμί του
μούσκεμα απ` το παίδεμα έγινε η κεφαλή του

άργησε , αλλά ψιλιάστηκε τι ήθελε η κυρία
και τέλος αποφάσισε να μπει στην ιστορία
της λέει , κυρα αλεπού , πριν με καταβροχθίσεις
κατάλαβα για τα καλά , πως θες να με γλεντήσεις

και μια και δυο το έξυπνο και φίνο κοκοράκι
τα μάτια της επέταξε κι ήτανε και μορτάκι
γιατί ενώ ξηγιότανε , άγρια και σερέτικα
στο ράδιο της έβαζε ν` ακούει τα ρεμπέτικα

έτσι , αυτή τρελάθηκε και έμεινε μαζί του
να νοιώθει την λαχτάρα του , την πρόστυχη ηδονή του
και από τότε φίλοι μου , στο ίδιο το τσαρδί
η αλεπού κι ο κόκορας , μένουνε πια μαζί..


« ώ ρ ε ς »



περασμένη ώρα, σκόνταψε στις φλέβες
πληγωμένη ώρα, φώλιασε στην σκέψη
πληρωμένη ώρα, μαστίγωσε τις αντοχές
ξεχασμένη ώρα, κατέφυγε στην άρνηση

κι αυτοί κουράστηκαν να πεθυμούν
κι αυτοί λιποψύχησαν να περιμένουν

ήταν τότε, που το πήραν πια απόφαση
πως δεν θα γνωριστούν ποτέ

ήταν τότε που σκλήρυναν οι ώρες..

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

« άργησα μια μέρα »


 
συγχώρεσε με

άργησα μια μέρα !
έτσι, να γράψω κάτι και για σενανε
όμως μετρούσα μια τα αισθήματα και μια τις λέξεις
μα πίστεψε με, πάλι δε μου βγαινανε

ύστερα σκέφτηκα να πάρω ένα φουλάρι
ξέρεις αυτά που τα φοράς, μακρύ με κροσια
πήγα σε τούρκικο παζάρι η τρελή
και μπέρδεψα τις λίρες με τα γρόσια

θύμωσα μέσα μου..

εγώ να ψάχνω δώρο ;
να σ`αγαπώ και να μη το`χω καταλάβει ;
ενώ εσύ στο νου σου κάποια άλλη
και στο κεφάλι μου, ανήκεστος η βλάβη

και μια και μπέρδεψα τις λέξεις με τα αισθήματα
και τη φιλιά μας με τον τρελό έρωτα μου
είπα ν` αλλάξω λουκ στην όλη εμφάνιση
και πήγα κι έβαψα κόκκινα τα μαλλιά μου..


« Ζ ω γ ρ α φ ι ά »

θα κλεψω την αναμνηση μιας μερας
το ασπρο και το μπλε, το χρυσαφι
θα κλεψω και τα ονειρα μιας νυχτας
το μαυρο, τ`ασημι, το βυσινι

θα ριξω στην παλετα μου επανω
βοτσαλα τρελαμενα τις ελπιδες
κι ενα πινελο να ξεσπα στα βασανα μου
και να σμιλεύει τις περίσσιες μου ρυτίδες

θα κλεψω μια γλυκια φωτογραφια
αγαπης που δεν πρόκανα να δω
κι ερωτα που μ`αρνηθηκε το σωμα
ψευτρα υποσχεση, που κοπηκε στα δυο

θα κλεψω και για σένανε ψυχη μου
τραγουδια ξεχασμενα στο τραπεζι
μαυρα δισκακια μεσ`την περιφρόνια
κι ενα πικ-απ μαζι για να τα παιζει

θα κλεψω και τις ωρες τις φευγατες
ιεροκηρυκες στου χρονου τ`αναλόγιο
και θα δικασω ο τι ξεχασα να ζησω
ο τι απαρνηθηκα σα να`μουνα λαμόγιο

δεν ξερω αν θα πετυχει η προσπαθεια
η αν θα σκονταψει στο δικο σου το πορτρέτο
το μονο σιγουρο που ξερω θ`απομεινει
μονη καρδια, σε αδειο καβαλετο..

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

« Ντάμα Κούπα »



με δύο ντάμες έπαιζες, την μία στο μανίκι
όμως καμιά δεν γνώρισες ποτέ από κοντά
η μια την άλλη ήξερε κι ότι δεν της ανήκει
μήτε το πριν σου παίχτη μου, ούτε και το μετά

στα μάτια κοίταζες την μια, σε τράβαγε η άλλη
γιατί στ`αυτιά ηχούσανε οι ανάσες σου ακόμα
μα εσύ το νήμα έκοψες το πήρες στη μασχάλη
και με σκυφτή την κεφαλή γλίστρησες σ`άλλο σώμα

πέτα λοιπόν τα φύλλα σου, άνοιξτα τα χαρτιά σου
δεν είναι κρίμα να πονά ενώ είσαι ο φταίχτης ;
κι αν με δυο ντάμες έπαιζες μ`όλη την μαστοριά σου
άξιος είσαι μάγκα μου και φίνος καρδιοκλέφτης..

« τ ύ ψ ε ι ς »



βαρύ έχουν οι άνθρωποι τον λόγο τον καλό
βαριά την καλημέρα τους και την καλή κουβέντα
στο πέτο το χαμόγελο στα χείλη το κακό
και στην ψυχή ζήλια στυφή, που πικροκαίει σαν μέντα

κι όταν πεθάνει ο γείτονας κλαίμε γιατί τον χάσαμε
μα όταν ήταν στη ζωή, μετά χαράς τον θάψαμε

τα υλικά ποθήσαμε των άλλων αγαθά
κι αφήσαμε στ`αζήτητα όλη την καλοσύνη
ένα σαράκι μόνιμα μας τρώει την καρδιά
έχει χαθεί η ανθρωπιά μαζί κι η ντομπροσύνη

κι όταν πεθάνει ο γείτονας κροκοδειλέ τον κλάψαμε
γιατί όταν ήταν στη ζωή, μετά χαράς τον θάψαμε..

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

« το κόκκινο παγκάκι »


 
ψάχνω το χτες στο κόκκινο παγκάκι
τρελοί που ζευγαρώναμε τον πόθο με φιλιά
αρνήθηκα τα μάτια σου πιο λίγο απ`το λιγάκι
τα ξέχασα για να κρυφτώ σε άλλη αγκαλιά

ύστερα ντράπηκα το βλέμμα μου μη δει
έρωτα π` άρχισε και τώρα πια δεν ζει
παλιά ανάμνηση στα δυο μοιρασμένη
καρδιά ζητιάνα που πονά και περιμένει

πολύ το πλήγωσα εκείνο το παγκάκι
σαν δίστασα να ζήσω αυτό που λάτρεψα
μα πήρε την απόφαση έν` άλλο ζευγαράκι
με πρόλαβε, δεν πρόλαβα και τ` άφησα

ύστερα ντράπηκα το βλέμμα μου μη δει
δειλό παράπονο να βγαίνει απ` την ψυχή
πικρή ανάμνηση να ψάχνει απελπισμένη
μια θέση να `βρει και εκεί να σε προσμένει..

« S o l o »


 
και πήρα σερπαντίνες και πήρα κονφετί
και έντυσα το σπίτι μέχρι την οροφή
και χάζευα μονάχη μία μασκέ γιορτή
κι έψαχνα αρλεκίνο με φλέβες κι αορτή

και στόλιζα με κέφι τους τοίχους το τραπέζι
και έβαλα βινύλιο ένα ταγκό να παίζει
και κοίταζα την πόρτα μη λάχει δε σ`ακούσω
και γέμιζα ποτήρια μ`αψέντι και με ούζο

και γιόρταζα θυμάμαι μονάχη μια επέτειο
και σκάλιζα τις μνήμες μήπως και βρω τον αίτιο
που σ`έκλεψε λιγάκι σε νότα της στιγμής
και είπα να φορέσω στολή μιας αλληνής

να σε γεμίσω γούστα τρελά μπας και σ`αρέσω
να ράψω και στην ούγια,"όχι, δε θα μπορέσω"
γιατί πήγανε στράφι όσα έκανα μωρό μου
και μια κι έχω παχύνει ψάχνω το νούμερο μου


[ μα άστραψε εντός μου, ιδέα - μπαλαρίνα
και τύλιξα τη γύμνια μου, με μία σερπαντίνα ]


« Στα παλιατζίδικα » (το κάδρο)

 
 
έβλεπα της μάνας μου το κάδρο
αυτό που κληρονόμησα κι άλλαξε τοίχο
και συλλογιόμουνα, πως χάνονται οι άνθρωποι
και είναι αδύνατον και σένα να πετύχω

αυτό το κάδρο πάντα με συντρόφευε
επάνω απ`το κρεβάτι μου για χρόνια
βουτούσα τα όνειρα μου και χανόμουνα
και μπέρδευα τις θύμησες, λουλούδια στα σεντόνια

φεύγουν οι άνθρωποι ίσως περνούν στη λησμονιά
κι αν διασωθούν τα ενθύμια, αλλάζουν τοίχο
έτσι κι εγώ θε να γυρνώ στα παλιατζίδικα
μη τύχει μάτια μου εκεί και σε πετύχω..

« 4 Καμέα » (στον θάνατο ικέτης)


 


ποτέ σου δεν απαίτησες ψίχουλο από μένα
το χέρι μόνο γύρεψες, εκείνο της καρδιάς
χόρευες σαν τον άνεμο σε κάρβουνα αναμμένα
ήσουν ο αναστενάρης μου, μπορεί και ο βοριάς

κι εγώ δεν υπολόγισα την άμοιρη κατάντια
πως να μεθάς από έρωτα και να ξορκίζεις χάδια
σε είδα και φοβήθηκα μ`αυτά σου τα καζάντια
αυτά που έταζες αλλού, σε αγοραία βράδια

σήμερα τον ικέτεψες, στερνή φορά, βοήθεια !
να φέρει πίσω τ` άλογο κι ας είναι δανεικό
στ`όνειρο πάνω πάτησες, μα γύρεψες αλήθεια
κύκνειο άσμα πρόβαρες σε λάθος σκηνικό

Εκείνος δε σου χάλασε το υστερνό χατίρι
τη χούφτα μέσα γέμισε με τέσσερα Καμέα
και πριν αδειάσεις θαρρετά, τ`ολόγιομο ποτήρι
νόθεψε το αίμα με κρασί και σου`μπηξε Ρομφαία..

« Μ π ά χ α λ ο ς » (αληθινό παραμύθι, για ένα σκιάχτρο)

   
 


κρυώνεις μάτια μου ;
πες μου κρυώνεις ;

εκείνο δε μίλησε μονάχα κοιτούσε
δυο κόγχες για μάτια τριγύρω σιωπή
και φύσαγε ο αέρας και λυσσομανούσε
αυτό εκεί αγέρωχο, αλλ`από ντροπή

πονάς αγάπη μου ;
πες μου πονάς ;

πληγή που δεν έκλεισε μα αιμορραγούσε
ζερβά απ`το μέτωπο κοντά στα μαλλιά
και θέριευε ο άνεμος με μένος ζητούσε
να πάρει ξοπίσω του 'ανθρώπου' μιλιά

αυτό στη σκοπιά του φρουρός στη σοδία
μετρούσε τ`αστέρια τα μαύρα πουλιά
μα του`χαν χαράξει το γέλιο με βία
προχτές που το βάφτιζαν και το`πανε Ηλιά

του φέραν και δώρο σπασμένη μια κούκλα
να λεν καμιά λέξη να φεύγει η βραδιά
μ`αυτή δε μιλούσε θρηνούσε μια μπούκλα
που της την ξερίζωσαν πέντ`έξι παιδιά

ώσπου ήρθε το τέλος
το τέλος με βία

το βράδυ που λέτε Μεγάλου Σαββάτου
τ`αρπάξαν δυο χέρια -θαρρώ είχε νοτιά-
κι η κούκλα μαζί του σε πάλκο θανάτου
να παίξει τον Ιούδα του βάλαν φωτιά..

« Vivodi - dream »


 

ποτέ μου δεν σε γνώρισα, ποτέ
δεν θα σε γνωρίσω ποτέ
δεν υπάρχει λόγος να γνωριστούμε

θυμάσαι τις σταγόνες του ιδρώτα
όταν με κυλούσες στον πόθο σου ;

στέγνωνε το στόμα και η ανάσα
δεν θέλω να ξεχάσω τα κοφτά σου λόγια

τα πρόστυχα
τα τρυφερά
τα ερωτιάρικα

μ`αρέσει που`μαι ξετσίπωτη
μου πάει
πουλώ την πουτανιά μου
στο κοινό

μα δε με νοιάζει
είναι ρόλος

σε ξέχασα..

« Ε ί δ ω λ ο »


 
δεν μπορεί να το χωνέψει πως μεγάλωσε
μήπως φταίει το φευγάτο το μυαλό της ;
λογαριάζει τις αλήθειες που χαράμισε
έτσι, ψάχνοντας να βρει τον εαυτό της

κι ο καθρέφτης το θολό γιουχάρει είδωλο
που με μάταια του κάλλους τα φτιασίδια
διεκδικεί την ομορφιά σ`ένα μονότερμα
προμοτάροντας ρυτίδες για στολίδια

υποφέρει στην ιδέα πως την ξέχασαν
ψηλαφώντας την εικόνα με συμπόνια
και γελά με σαρκασμό για τ`αποτέλεσμα
πως ριμάρουνε τα χρόνια με τα χιόνια !

κλείνει μάτι στον καθρέφτη της με νόημα
είναι σύμμαχος, μα δεν μπορεί ν`αλλάξει
όσα ο χρόνος με αγάπη τα εσμίλεψε
ξαφνικά να τ`αρνηθεί, να τα πετάξει

κι όμως τρέμει να δεχτεί το ότι γέρασε
καρτερώντας μία δεύτερη εφηβεία
σαν φλερτάρει η θεότρελη έναν έρωτα
που για χάρη του τον βάφτισε φιλία..

« πονηρή διαφήμιση »

 
 
μη με διαβάζετε..

κλείστε τα μάτια
κάνετε με το μυαλό
όμορφες σκέψεις
κλέψτε έναν ήλιο κόκκινο
μπερμπάντικο φεγγάρι
φωτογραφία καρδιακή
που`μεινε στο συρτάρι
τίποτα άφιλτρα σωστά
να φύγουν τα σεκλέτια
γλυκό τραγούδι αισθαντικό
από τα μπερεκέτια

πάντως μη με διαβάζετε..

δεν έχω τίποτ` άλλο
να πω ή να σας δώσω
μόνο μια υπόκλιση βαθιά
δυο τρία φτωχογιασεμιά
μπορεί αυτό μου το στερνό
που πάνω μου θα ζώσω
γκρίζο χειμώνα μου βαρύ
ένα εαυτό νομοταγή
κάτι φιλιά τόσο υγρά
που ξεπουλώ
όσο όσο

γι αυτό σας λέω
άλλο πια, μη με διαβάζετε..





« Κ ο χ ύ λ ι α »



 
ψάχνω να βρω μιαν άκρη
έναν καινούργιο χάρτη
και μια δική μου παραλία ερημική
να βγάζω τα κοχύλια
βόλτα στα δυο μου χείλια
και μόνη μου να λέω
είμαι τρελή

να πιάνω τα φεγγάρια
σε σύννεφα ανάρια
και πάνω στης καρδιάς μου το κανό
ν`ανάβουν καντηλέρια
με βοηθούς τ`αστέρια
κι η νύχτα να μου γνέφει
σ`αγαπώ

κι εσύ που άφησες μόνη
τη ζέστη μου στο χιόνι
να ξέρεις δε σε θέλει το κορμί
μακριά στα πελαγίσια
φέρνω τη ζωή στα ίσια
και λέω όχι άλλη
υποταγή..


« Π α ν δ α μ ά τ ω ρ »





καιρός μας φέρνει τα πουλιά, καιρός τα παραπούλια
καιρός φέρνει το ζάχαρο, ρυτίδες και προγούλια
καιρός χρωστάει βάσανα και μόνος του τα λύνει
καιρός χαρίζει αρθριτικά μα και χοληστερίνη

κάποτε ήσουν μια αγκαλιά, όλ`όνειρα γεμάτη
τώρα πλέον εγέρασες και έχεις και προστάτη
κακά μαντάτα στο κορμί, κακά στην κεφαλή σου
αυτή προσποιείται οργασμό κι εσύ κεράκι στο Θεό
να ανακτήσεις γόη μου, την αναστήλωση σου

κι ενώ του τάφου σιωπή πας να κρατήσεις άκρα
τα καταπίνεις δύο δυο στη ζούλα τα Viagra
τι απομένει το λοιπόν ; φάε κανά κοψίδι !
άκουσε και καμιά πενιά, πιες και μια τσιπουρομουριά
κι αν θες να κάνεις εκδρομή, μέχρι το Γαλαξίδι

για να μη σου`βγει ξίδι.


γλυκό φιρίκι "



κουτάλι ολόγιομο γλυκό
μα φτάσαμε στο τέρμα
πιατάκι που`μεινε αδειανό
μέσα στον δίσκο τον παλιό
όταν μου σέρβιρες αμάν
το πιο γλυκό σου ψέμα

είναι τα λόγια κάλπικα
και το γλυκό φιρίκι
πίνω νερό να δροσιστώ
να ξεπλυθεί η προσβολή
που σαν φαρμάκι στάλαξε
κι έβαψε τ`αντριλίκι

σαν με κοιτάς και με μετράς
με λιγωμένο βλέμμα
παίρνω γλυκό για να σωθώ
μπας και ξορκίσω το πικρό
στα λαβωμένα μου αυτιά
το τελευταίο σου ψέμα..

« Μαρτίνι σε σφηνάκι »


 

αποψε σε ειδα και θυμηθηκα
την αμαρτια που γευτηκαμε
σ`ενα πιατακι του καφε
οταν φιλια κλεφτα μου επαιρνες
σε ξεφτισμενο απ`το χρονο καναπε
μαρτίνι σε σφηνάκι
σ`ενα παλιομπαράκι

και ειπα να μου δωσω ευκαιρια για παιχνιδι
και μου`πες πως δικο σου ημουν στολιδι

και ενα μηνυμα που εγραψες
για τη γιορτη μου απο ανία
μα παντα μπερδευες την ημερομηνια
ρωτησες αν το βρηκα
στα εισερχομενα και γι`αλλα
στα ψιλά παραλειπόμενα

αλλά

οχι, δε σου ανηκω πια και να το ξερεις
πως ολοι εδω, θε να διαβασουν τις αραδες
και να με πουνε τρελαμενη που βδομαδες
παλευω να σκοτωσω ο τι αγαπησα
εμενα και εσενα που παρατησα

μια αγκαλια, ενα χαδι,`κεινο το βραδυ
αχ, δε θελω να θυμαμαι
δε θελω να ξεχασω
γιατι ποτε μου δεν περιμενα
πως θ`αφηνε σημαδι
οταν για λιγο πιστεψα
οτι δε θα σε χασω..



« Χ α ρ τ α ε τ ό ς »


 

« Χ α ρ τ α ε τ ό ς »

πάρε μαζί το κόκκινο του έρωτα το χρώμα
της προσδοκίας το πράσινο, το χρυσαφί απ`το γιόμα
πορτοκαλί του περβολιού, μαύρο της καταιγίδας
κίτρινο απ`τα πάθη σου, καφέ παλιάς ρυτίδας

το μωβ που`χουν τα βάσανα, το ασημί απ`τ`αστέρια
άσπρο απ`ανάρια σύννεφα, φευγάτα περιστέρια
και φύγε, πέταξε ψηλά, να μη σε φτάνει μάτι
σαν τον καπνό που χάνεται, σαν τρελαμένο άτι

βάλε και μπόλικο σχοινί και την καλούμπα αμόλα
στα όνειρα σου φώναξε, "εδώ παίζονται όλα,
σ`αυτόνε τον χαρταετό και πέρα από πατρίδες
πήρα μαζί εσένανε κι όλες μου τις ελπίδες"..


« Ο Μονόλογος του Ληστή »


 



jean michel basquiat
δεν το περίμενα Χριστέ κι εσύ σαν τον Πιλάτο
να νίψεις τα χεράκια σου μπροστά στο "συνδικάτο"
δεν το περίμενα ο φτωχός να πάρεις και το νόμο
εσύ που έδινες άφεση κι είχες σταυρό στον ώμο

δεν το περίμενα ποτέ την πλάτη να γυρίσεις
κι εμένα που μετάνιωσα να με περιφρονήσεις
τώρα αμανάτι απόμεινα`κει πάνω καρφωμένος
ως να`βγει αυτή που σπαρταρά και νιώθω προδομένος

να απορώ πως έφτασες σε τούτο το σημείο
ένα χαστούκι για να τρως και να επιστρέφεις δύο
σημάδι είναι των καιρών, ζω την πραγματικότητα
και λάβαρο των ταπεινών, η επιθετικότητα !

έτσι κι εσύ Θεάνθρωπε χωρίς να διευκρινίσεις
έθεσες σε εφαρμογή τις αναθεωρήσεις
τι να σου κάνει το λοιπόν, "νηστεία και κατάνυξη"
Εσύ`σαι ο κούκος και ρωτώ, πότε θα φέρεις άνοιξη