Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

" άγγελος της συμφοράς "

" άγγελος της συμφοράς "

Ξέρω τι θέλω, εσένα θέλω
εσένα άγγελε της συμφοράς
πάντα σε ψάχνω στους ουρανούς σου
ή στα αζήτητα της αγοράς

Πότε σε πρόσεξα δεν το θυμάμαι
πότε σε είδα, δεν το μετρώ
έλπιζα κάποτε να σ`ανταμώσω
μέσ`σε πλατείες ή στο μετρό

Μα χτες το βράδυ ήρθες μονάχος
και παραδόθηκες σαν τον εχθρό
σε πήρα ανάλαφρα στα δυο μου χέρια
και κάναμε έρωτα πολύ τρελό

Έβαλες τέλος στις αντιστάσεις
και με φτερούγιασες να με μεθύσεις
ήμουν χαμένη σε καταστάσεις
μα το κατάφερες να μ`αναστήσεις

Γι αυτό επιμένω, ξέρω τι θέλω
εσένα άγγελε της συμφοράς
εσένα θέλω, σαν τον Οθέλλο

να`μαι δική σου, να μ`αγαπάς..


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

" το χρονικό ενός κουραμπιέ "



" το χρονικό ενός κουραμπιέ "

Μάλωσε το λουκούμι με έναν κουραμπιέ
ποιος απ`τους δυο λερώνει με άχνη τον μπουφέ
τινάχτηκε το πρώτο, με νάζι κι ομορφιά
κι ευθύς ορμάει ο άλλος, το πιάνει απ`τα μαλλιά

Κάτσε του λέει στ`αβγά σου, μην κάνεις φασαρία
το βλέπω να στραβώνει η έμορφη Κυρία
κι αυτό, που ήταν νέο κι αυθάδικο πολύ
του τίναξε στα μάτια, την σκόνη απ`το κωλί

Ορμάει κατά πάνω τότε ο κουραμπιές
που ήτανε λεβέντης και όχι ρεμπεσκές
είχε τέλειους τρόπους, ευγένεια και ήθη
μα πάνω στην παλαίστρα, ο δόλιος, διελύθη

Που πας ρε Καραμήτρο, αφού είσαι αφράτος
με βούτυρο αιγοπρόβειο, γλυκός και κοτσονάτος
μείνε να καμαρώνεις τίγκα στο μυγδαλάκι
και μη πας να τα βάλεις με φίνο λουκουμάκι

Έτσι, από χρόνια τώρα, υπάρχει αντιζηλία
ο κουραμπιές δεν θέλει λουκούμι με καμία
γι αυτό και μάθετε το, πάντα εις τις γιορτές
λουκούμι δεν υπάρχει, μονάχα κουραμπιές..


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

« η άδεια φοντανιέρα »


« η άδεια φοντανιέρα »
(αγαπημένο μου, του 2010..
Μαρία μου, "της εγκατάλειψης")
***************
Έκανε μόνη τις γιορτές
με αναμνήσεις ζωντανές
σαν κάποτε το σπίτι της
που γέμιζε με γέλια
τώρα οι καρέκλες αδειανές
ο ξεφτισμένος καναπές
κι ένας μουρμούρικος μανές
να κλαίει για μια συντέλεια

Έκανε μόνη τις γιορτές
και δεν εσκέφτηκε ποτές
πως πολεμά το σήμερα
στο χτες να πάρει δώρο
μα δεν την έψαξε κανείς
κοίτα ρε φίλε μου να δεις
ακόμα και η μοναξιά
έχει αβανταδόρο

Έκανε μόνη τις γιορτές
να ταξιδεύει σε γιορτές
και μέσα της ευχότανε
για να περάσει η μέρα
έφυγαν ώρες και στιγμές
- πάντα ο ίδιος αμανές -
και ένα βλέμμα απλανές
να προσπαθεί να γαντζωθεί

σε άδεια φοντανιέρα..


" Κάρτα Ευχών "

" Κάρτα Ευχών "

Πάλι τον έβαλαν γκεστ σταρ, για να χαζεύει τ`άστρα
δίπλα σε ένα έλατο, με μενταγιόν λαμπιόνι
κι αυτός γελούσε αμήχανα -μια και το χιόνι λιώνει-
του έφτανε που έκανε κι άλλη χρονιά την "γλάστρα"

Ένα κασκόλ πολύχρωμο του τύλιξαν στην μέση
σαν ζώνη που κατέκτησε, σε τελικούς karate
και έλιωνε και φώναζε με νοήματα, "ελάτε"
μ`αντί να τον ακούσουνε, του κότσαραν και φέσι

Ύστερα η κάρτα των ευχών, ταξίδεψε κι εχάθη
σε άλλη χώρα βρέθηκε, να φέρει τα χαμπέρια
"Χρόνια πολλά", "Καλή χρονιά", την πιάσαν τόσα χέρια
στο τέλος την πετάξανε, μέσα σ`ένα καλάθι

Εκεί βρήκε ανάπαυση, μα κι ήδη είχε λιώσει
μπορεί από συγκίνηση, μπορεί από χαρά
ίσως, γιατί είχε προορισμό κι αυτός είχε τελειώσει

κάποιοι τον είπαν άρχοντα και άλλοι, φουκαρά.


Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

" Γ ά ν τ ι α "

Φωτογραφία : Kiki Kyrmanidou
" Γ ά ν τ ι α "

Δεν θέλω να με λυπάσαι
επέλεξα να πεθάνω
πάνω σε μια καρέκλα
να μαραζώνω από έρωτα
να τρώω την ψυχή μου
να πίνω, να καπνίζω, να..

Δεν θέλω να με λυπάσαι
ούτε να με πειράζεις
πως η καρέκλα τα`φτυσε
και πια δεν με σηκώνει..

Αν θες να ξέρεις
εγώ θα βγω μια μέρα από δω..

Θα`ναι παραμονή Χριστουγέννων
όταν σχεδόν κλείνει η αγορά
για να σου πάρω δώρο..

τι δώρο ;

Μα γάντια, φυσικά
μη μου παγώσουν
αυτά τα χέρια
και δεν μπορούν άλλο
να με χτυπήσουν..
**************




Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

" τ ε χ ν ο λ ο γ ί α "


" τ ε χ ν ο λ ο γ ί α "

σ`έχασα.. έκανα like και μετά, σε ξέχασα
έτσι κι εσύ -μα δεν το θες- το ίδιο και για εμένα
ένας βουβός χαιρετισμός, που γράφεις στα χαμένα
κι αύριο πάλι ένα γεια, στην ίδια την σελίδα
φταίμε εμείς που κάναμε το ίντερνετ πατρίδα
χάσαμε το χαμόγελο, την επικοινωνία
μέσα στα σκίτσα του ΑΡΚΑ, πνίγουμε αγωνία

σ`έχασα.. με ένα like ξεμπέρδεψα και ξέχασα
τι έχεις γράψει και γιατί, ποια μοίρα σε βαραίνει
έχεις δουλειά, έχεις ψωμί, φωνή έχεις και βγαίνει
να διαλαλήσει θαρρετά, τον πόνο, την κατάντια
το σύννεφο που δάκρυσε, την μέρα που`ναι άδεια
είναι στυγνός εκτελεστής η νέα τεχνολογία
απομακρύνει τις ζωές και καίει τα βιβλία

σ`έχασα..

άργησα ίσως για να`ρθω, δεν έχω ευκαιρία
κι ό τι επιχείρησα να πω, φτηνή δικαιολογία
ξέχασα μέσα στις στοές, του νου το δρομολόγιο

φαρμάκωσα "τον έρωτα", σε λάθος πληκτρολόγιο..


" τα φώτα της Τράμπας "


" τα φώτα της Τράμπας "

Μουδιασμένο το φως από λάμπες που σβήνουν
και κοφτές οι ανάσες, που συχνά ξεψυχούν
ένα χάδι τραχύ, για ένα χάδι που δίνουν
το κορμί -ποιο κορμί- σάπια λόγια ηχούν

Και η "φύση" νεκρή, αλλά ποιος την παλεύει
με τα χρόνια αλλάζουν οι συνήθειες πολλών
το κορμί -ποιο κορμί- λυσσαλέα γυρεύει
"ίδιο" σώμα ν`αράξει και μετά, δι ευχών

Ανταλλάζουν φιλιά και στραγγίζουν ιδρώτα
αγαπούν και μισούν, με τα ίδια τα χνώτα
νοσηρή ομορφιά, σκηνικό που πονάει
το κορμί -ποιο κορμί- να πετάξει ζητάει

"Μείνε πάλι μισός, μες τα φώτα της Τράμπας
λίγο ουίσκι, αρκετό, την νοθεία να νιώσεις
το κορμί -ποιο κορμί- ξεπουλιέται στο τζάμπα
και ο χρόνος εχθρός, την ψυχή για να σώσεις"


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

" κ ά π ο τ ε "

" κ ά π ο τ ε "

Κάποτε ήτανε πολύ ανεκτική
μάζευε ψίχουλα και τάϊζε τ`αηδόνια
κι αυτά, την ένοιωθαν πως ήταν μοναχή
και για χατίρι της, αφήνανε τα κλώνια

Κάποτε είχε έναν σκύλο καφετί
που σαν τον τάιζε της έγλυφε τα χέρια
κι όταν την κοίταζε εξηγούσε το γιατί
ήταν η αγάπη του για εκείνη τόσο πλέρια

Κάποτε άφηνε τα πάντα στην στιγμή
για να χαθεί, σ`άλλων ταξίδια και λιμάνια
γιατί της έλλειπε το θάρρος και η πυγμή
μόνο στα μάτια, υποψία από ζωντάνια

Κάποτε άφησε έναν έρωτα τρελό
μια και δεν είχε υπομονή να τον "ταϊσει"
και μια ιστορία, που κατέληξε μελό

έχει για πάντα την ψυχή της ευνουχίσει..


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

" το στερνό αντίο "


" το στερνό αντίο "

Στο υπόγειο σπιτάκι της παλιάς οικοδομής
έσβησαν τ`απομεινάρια μιας λεβέντικης ψυχής
μέρες τώρα τυραννιόταν στο κρεβάτι το φτηνό
και παζάρευε ταξίδι με τον Χάρο, ακριβό

Κι ένα κλάμα τόσο μαύρο, να σου καίει τα τζιγέρια
από μάνα που σπαράζει, με τρεμάμενα τα χέρια
"είναι άσπλαχνο Θεέ μου και μεγάλη αδικία
να ξεπροβοδάς παιδί σου στην στερνή του κατοικία"

Ύστερα ήρθε το κλαρίνο κι ένα σκούρο ακορντεόν
και αρχίσαν το τραγούδι, στον παλίκαρο λοιπόν
σκέφτηκα, πως στην ζωή μας, τίποτα δεν είναι όμοιο

και τα μάτια μου γεμίσαν, με λυγμούς, το πεζοδρόμιο..


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

« Κι έτσι που λέτε »

« Κι έτσι που λέτε »

κι έτσι που λέτε θυσιάζει οκτώ φεγγάρια
τον "μόνο" γάμο της που ήτανε προκάτ
κι εξοστρακίζει της καρδιάς της τα λιοντάρια
σε μιας ανύπαρκτης ελπίδας το πλακάτ

κι έτσι που λέτε προσπαθεί να δώσει λύση
στης αγωνίας του το μαύρο το σκαμπό
αλλά δεν φτάνει το "γιατί" να αποδείξει
κι όμως το παίζει ηρωίδα του Ρεμπώ

κι έτσι που λέτε μέσ`το ίντερνετ την βρίσκει
να αλητεύει όλη μέρα στο πι σι
κι αν την ρωτήστε, μια φτηνή δικαιολογία
πως γράφει ποιήματα για κάποιον που μισεί

και κλαίει μόνη..


" όρκοι πίστης "

" όρκοι πίστης "

Μόλις έδωσαν τους όρκους πως θα μείνουνε πιστοί
κάλεσαν τους δικηγόρους, για να διπλοσφραγιστεί
κι όταν όλα τελειώσαν, με σεμνή ιεροτελεστία
τράβηξε ο καθείς τον δρόμο, στην δική του "απιστία"

Τι τους θέλετε τους όρκους κι όλα ετούτα τα μασλάτια
αφού ο ένας πια τον άλλον, δεν κοιτάζει μες τα μάτια ;
πως πληγώνεται η αγάπη, από βλέμματα αδειανά
που φωλιάζουν σαν ζητιάνοι, σε ανήλιαγα στενά

'Ορκοι πίστης, που ορίζουν μία ψεύτικη πορεία
και κορμιά που λαχταράνε να γευτούν την αμαρτία
με ακίνητα τα πλάνα, σ`ένα έργο που τελειώνει
και μια μοναξιά στα μάτια, που ξεσκίζει και ματώνει..


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

" Τ ο υ τ α γ χ α μ ώ ν "

" Τ ο υ τ α γ χ α μ ώ ν "

Να`μουνα λέει Τουταγχαμών, χρυσό να είχα τάφο
και μέσα εκεί να γλένταγα, με ουίσκι και με μπάφο
να μου`κανε κονσομασιόν μέχρι κι η Κλεοπάτρα
και να`βλεπα ανάσκελα τον ουρανό με τ`άστρα

Τρία οργανάκια να`παιζαν ζόρικο τραγουδάκι
ταξίμι καμηλιέρικο, του Μάρκου ή του Μητσάκη
κι εγώ να πίνω αργιλέ με Περσικό χαρμάνι
κι απ`την μαστούρα την τρελή, να χάνω το ταβάνι

Μα να που είμαι ζωντανός, με χίλιες δυο σκοτούρες
αναδουλειά, αναπαραδιά και κρεβατομουρμούρες
κι αφού δεν είμαι βασιλιάς, έστω και πεθαμένος

στα σίγουρα είμ` άρχοντας με ντάγκλες βαρεμένος..


Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

" τ ρ α γ ο υ δ ί σ τ ρ ι α "

" τ ρ α γ ο υ δ ί σ τ ρ ι α "

Έλαμψε το χάραμα, όλη η ομορφιά
τρίζουν τα σανίδια πα στο πάλκο
έρωτα ζητιάνεψα, πέλαγα πλατιά
πάμε για το επόμενο το μπάρκο

Στην υγειά σου ρε ελπίδα
στην καρδιά μου είσαι ακίδα
μ`έχουν φάει τα θηρία τα ξενύχτια
τα στενά μου τα παπούτσια
και του καθενός τα γούστα
και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια

Πάλι ξημερώθηκα, λούσα δανεικά
έκλεψα της πίκρας μαύρο χρώμα
για να μπογιαντίσω κάτι σερνικά
που μου κάναν τη ζωή μου χώμα

Στην υγειά σου ρε ελπίδα
σε διαβάζω εφημερίδα
και σ`ακούω στο ραδιόφωνο να κλαις
τα στερνά μου τα κακά μου
τον σακάτη έρωτα μου

και τα ίδια και τα ίδια να μου λες..

" με ολίγη "


" με ολίγη "

σαν έχει νιάτα η μοναξιά
είναι θρασίμι
σαν την πλακώσουν γηρατειά
και φύγει η αποκοτιά
με μιας μεταμορφώνεται

σε φοβισμένο αγρίμι..


" αντί για χειροφίλημα "

" αντί για χειροφίλημα "

Την πόρτα της ανοίγει, το χέρι της φιλά
κι αυτή με απορία στα μάτια τον κοιτά
τα χείλη δεν κινούνται, μα επίμονα ρωτά
αν ύστερα από χρόνια, θα κάνει όλα αυτά

Πως εκδικείται ο χρόνος τα όμορφα φιλιά
τα παίρνει με την βία, τα πάει μακριά
αλλάζουν οι αισθήσεις, αλλάζουν και τα χέρια
κι ας έταζε εκείνος τον ουρανό μ`αστέρια

Τώρα την πόρτα μόνη συνήθως την ανοίγει
και ένα δήθεν γέλιο, μέσα στο στόμα πνίγει
σαν πάνε στο μπαράκι, πληρώνει το ποτό της
και πάντα μόνη βάζει το λούτρινο παλτό της

Και όταν την αφήνει, χωρίς κανένα δίλημμα

της κλείνει απλά το μάτι, αντί για χειροφίλημα..

" Στα αζήτητα "

" Στα αζήτητα "

Το όνομα είναι άγνωστο
αλλά νεκρό το σώμα
ούτε φωνή, ούτε κερί
ούτε ένα ζήτω δηλαδή
μήτε φωτογραφία

Ενθάδε κείται, επειδή
έπρεπε κάπου να ταφεί
με δίχως επικήδειο
παπάδες και κηδεία
τον ξέρατε ; την ξέρατε ;

Σκίζετε τα βιβλία
σαν ποιος να είναι τάχατες
μια τέτοια ημέρα κρύα ;
στο τέλος μιαν απόφαση
να κλείσει η ιστορία

"άγνωστος κείται εδωνά"
- παλιά η θεωρία -
άγνωστος φεύγει μόνος του
και σπέρνει απορία

άλλο ένα συν, βάλε στα πλην

στην σκάρτη κοινωνία..

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

" έτσι, σαν σκέψη "


" έτσι, σαν σκέψη "

Μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
και το ερχόμενο φθινόπωρο
θα έρθω..
...
Πολλά φθινόπωρα πέρασαν
από τότε
κι εσύ περίμενες στην άκρη
της γραμμής
έτσι να δεις πως περπατάν`
τα δρομολόγια
μα δεν ξεκίνησες να έρθεις
να με βρεις
...
Μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
κι εγώ το τζάκι θα το ανάβω
στην ματιά σου
να καίει όμορφες στιγμές
απ`τ`άρωμα σου
και μια ευχή θα ψιθυρίζω
να γυρίσεις
...
Μόνο καλά θα`θελα να`σαι
έτσι σαν σκέψη
κι άλλα φθινόπωρα πολλά
θε να περάσουν
εγώ εδώ, θα σε προσμένω
ώσπου να φέξει
κι ίσως οι σκέψεις μου

την σκέψη μου γεράσουν..

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

" ν τ ρ ο π ή "

" ν τ ρ ο π ή "

Βαμμένες μαύρες οι ματιές, βαμμένο και το στόμα
πικρές αλήθειες και σκληρές γραμμένες με το σώμα
κυρτοί οι πολλοί κι ανήμποροι, καλοί νοικοκυραίοι
οι πρώτοι ήταν κάποτε, μα γίναν τελευταίοι

Κι ενώ είχαν έτοιμη γωνιά για να ξεχειμωνιάσουν
στους δρόμους βρέθηκαν μαζί, το άχτι να ξεθάψουν
δύσκολα βγαίνει η φωνή, σαν δεν έχει να φάει
και η τιμή κι η υπόληψη, όπου την πας, σε πάει

Οι άλλοι με ασφάλεια, τα βλέπουν στις ειδήσεις
κι αυτοί που τα προκάλεσαν, δεν βγαίνουν να τους φτύσεις
δεν βγαίνουν, γιατί τι να πουν, στον γέροντα πατέρα
αυτόν, που δεν χαμπάριαζε ποτέ, "θεριού" φοβέρα

Σ`αυτόν, που πλέον έγειρε, σαν τίμιο κυπαρίσσι
και μόνο η περηφάνια του, του λέει να μην λυγίσει
σ`αυτόν, που του διδάξανε να στέργει την πατρίδα

αλλά του κλέψαν τ`όνειρο, μαζί και την ελπίδα..


" α ν α π ό λ η σ η "

" α ν α π ό λ η σ η "

Τρίξιμο φύλλου, απαρχή του φθινοπώρου
κι εγώ χαμένος στα στενάκια του Βοσπόρου
με μία θύμηση δική σου στο μυαλό
σαν φύλλο έτρεμα

Ύστερα πήγα σ`ένα στέκι μας παλιό
μέσα βαρέλια και κρασί απ`το καλό
αυτή την θύμηση να πνίξω
κι όλο έπινα

Φώναξα πλάι μου να`ρθει ένας πλανόδιος
που`ναι στα πάθη της καρδιάς ο πιο αρμόδιος
να πούμε όμορφα τραγούδια ξεχασμένα
μόνο για σένα

Κι όπως τα λέγαμε κι ανάψανε τα αίματα
σαν μαχαιριές ήρθαν στο νου μου κάτι ψέματα
δεν με αγάπησες ποτέ, μαζί μου έπαιξες

και πίκρα έσταξες..

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

" της κατάντιας "



" της κατάντιας "

καντάρια η απελπισιά, καντάρια κι η ορφάνια
αυτοί σκληροί, δεν βλέπουνε, μα ούτε και ακούνε
πασχίζουν να πλουτίσουνε με δίχως περηφάνια
και ξεκληρίζουνε γενιές, χωρίς πίσω να δούνε

κι ο Πλάστης που εσμίλεψε την πίκρα μες το βλέμμα
θαρρείς έτσι γεννήθηκαν, του Κόσμου τα παιδιά
και βάφτηκε η μοίρα τους με πόλεμο και αίμα
για το χατίρι κάποιωνε, που δεν έχουν καρδιά,

αν κάποτε κατέβαινε, με δόρυ και με σπάθη
για να χωρίσει μονομιάς την ήρα απ`το στάρι
εκεί θα καταλάβαινε πως δεν χωράνε λάθη
και πως του ανθρώπου "η τιμή" δεν μπαίνει στο καντάρι..


(η φωτογραφία είναι από το άλμπουμ της φίλης Sotiria Tsakagianni)


« μ ε τ ά γ γ ι σ η »


« μ ε τ ά γ γ ι σ η »

αν είχαμε στην ίδια πόλη γεννηθεί
ίσως να συναντιόμαστε τυχαία

μπορεί σε κάποιο σινεμά
μπορεί στην δίπλα γειτονιά
μπορεί μέσα στην εκκλησιά
μπορεί ποτέ και πουθενά

κι όμως, είναι το απίθανο
για μένα πιθανό να σε γνωρίσω

μέσα σε τρένο που νοστάλγησα γραμμής
με εισιτήριο φτηνό, επιστροφής

μόνο σ` αγάπης διαδρομή για να σε βρω
θέση για σένανε διπλή να καπαρώσω

κι όταν σιμά μου αφεθείς, άλικο αίμα καθαρό
από το αίμα της καρδιάς μου να σου δώσω

`κείνης της άγιας μας στιγμής..

αν ίσως κάποτε βρισκόμαστε τυχαία..


" σ τ α κ ά τ α "

" σ τ α κ ά τ α "


(η ιστορία, έλαβε χώρα στο "ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ" της Καρδίτσας)

Σαν άρχισαν τα όργανα, δίνει παραγγελία
του Μάρκου μία ζεϊμπεκιά, ωσάν κι αυτή, καμία
και κάρφωσε τα πόδια του στο ξύλινο το πάλκο
σαν άλογο, που έτοιμο, είναι να κάνει σάλτο

Έτριξε και το πάτωμα και τα μπουζούκια σούζα
λεβέντης έστησε χορό, πνιγμένος μες τα ούζα
λιτές κινήσεις, βήματα "στακάτα" κι επί τόπου
βρε δες τι κάνει ο Θεός για χάρη ενός ανθρώπου

Κι όσο εκείνος χόρευε, ο κόσμος σιωπούσε
μονάχα ένας ρυθμικά, τα χέρια του χτυπούσε
ο άντρας χόρευε σεμνά και ήτανε "χαμένος"
στον Μάρκο έκανε σπονδή, μ`έρωτα χτυπημένος

Άνοιξε τότε η οροφή και έβρεξε αστέρια
κι αυτός πήρε τα μάζεψε, στην αγκαλιά, στα χέρια
-ποτέ δεν είχα φανταστεί, πως θα`μπαινα σε δίλημμα-

κι όταν το χέρι μου άπλωσα, μου`δωσε χειροφίλημα..


Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

« Στο σεργιάνι οι ζωές μας »

« Στο σεργιάνι οι ζωές μας »

ένα τραπέζι ανάμεσα μας
- το που δεν έχει σημασία -
και μια ζωή να μας αγγίζει
να μας χωρίζει

τέσσερα χέρια, όλο φλέβες
να χαζεύουν το ένα τ`άλλο

μάτια με βλέφαρα πεσμένα
και η χαλάρωση
να σνομπάρει τις ρυτίδες

τα μάτια σου, μάτια μου
έλαμπαν κάποτε !

καλή μου φίλη, δική μου φίλη

κλαίω, μα σου γράφω για τα χτεσινά
- όλο στο χτες τακτοποιώ
το θλιβερό το τώρα -

το ταβερνάκι, τα ρεμπέτικα,
τα γκομενιλίκια, τα νιάτα μας
τις ζωές μας

άκου.. Χατζηχρήστος !
"Ρημαγμένη Ζωή"

άσε με από κει χάμω
εγώ την ρήμαξα με παρέα
εσύ την ρήμαξες μόνη σου

μηδέν εις το πηλίκον

τα μάτια σου καθρέφτες
των δικών μου

άλλες πορείες αντίθετες
μας ράπισε ο σαρκασμός

γυρεύει κι αυτός να πάρει το μερτικό του

γεράσαμε, μα επιμένουμε
ως τον θάνατο..
**********

"στην φίλη μου Κούλα" (φωτό)

" Ε π ι σ τ ο λ ή "

" Ε π ι σ τ ο λ ή "

Μ`αυτό το γράμμα θα σφραγίσω μια ιστορία
και της καρδιάς ο αποδέκτης θα`σαι εσύ
κι ίσως της μείνει τελικά η απορία
αν κατά βάθος σ`αγαπά ή σε μισεί

Χαζεύω πια κάτι χιλιόμετρα με βιάση
εικονικά φτιάχνω απόρθητο λιμάνι
αφού μιλάμε μια στη φέξη μια στη χάση
σαν αποφάσισε το τώρα ν`αποθάνει

Σ`ένα 'αταίριαστο' σκοντάφτω με συμπόνια
και της ψυχής μου η αγκαλιά, ερημική
που την φιλτράρει η σοφία από τα χρόνια
και της μηνά πως η αλήθεια είναι πικρή

Πως να δαμάσω, πες μου πως, αγαπημένε
να τιθασέψω του μυαλού τα μαύρα άτια ;
και πως τους χάρτες μου μικρέ μου λατρεμένε
πως να χαράξω με σπασμένα τα κατάρτια ;

Έτσι αφήνω ένα γράμμα - πεφταστέρι
να το διαβάσεις τα μαλλιά σαν γίνουν γκρίζα
καρδιάς ενθύμιο, γραμμένο από χέρι

για φυλαχτό ή στα ταξίδια σου για βίζα..


" μ ν ή μ η "

" μ ν ή μ η "

μνήμη μου
κρυφό του νου στολίδι μου
πόσο φοβάμαι μήπως κάποτε σε χάσω
στο ταξίδι μου

και μείνω μόνη, χωρίς τιμόνι
δίχως πυξίδα να κυβερνά
τ`άδειο κεφάλι μου
ωϊμέ το χάλι μου
έτσι παράξενα που θα γυρνά

όσοι με ξέρουνε, θα υποφέρουνε
απ`την κατάντια μου κι άλλα πολλά
παντού περίγελος
ενώ ο περίγυρος
θα λέει διάφορα και θα γελά

μάτι θα κλείνει ο ένας στον άλλο
συνωμοσία τάχατες βουβή
κι εγώ θα βλέπω
κάθε σινιάλο
και θα χαζεύω σαν παλαβή

θα ξεστομίζουν και θα δακρύζουν
«μνήμη ελέφαντα είχε κάποτε, τι κρίμα
δες πως κατάντησε
μυαλό και ράγισε

και της εστέρεψε κάθε της ρίμα»